Η ιταλοποίηση της Βρετανίας

3' 41" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η Βρετανία συνήθιζε να υπερηφανεύεται ότι ήταν μία από τις πιο σταθερές πολιτικά και οικονομικά χώρες στον κόσμο. Ομως, στα δέκα χρόνια που έχουν περάσει από το δημοψήφισμα για το Brexit, έχει καταστεί μία από τις πιο ασταθείς. Την περασμένη Δευτέρα η χώρα φάνηκε ότι βρισκόταν στο χείλος της αποπομπής του έβδομου πρωθυπουργού σε μια δεκαετία και του πέμπτου μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια. Πρόκειται για ρυθμό εναλλαγής που παλαιότερα συνδεόταν με την Ιταλία.

Κατά τρόπο εξαιρετικά παράδοξο, αυτό που έφερε την πρωθυπουργία του Στάρμερ στα πρόθυρα κατάρρευσης ήταν τα αρχεία Επσταϊν. Οχι επειδή ο πρωθυπουργός εμφανιζόταν στη νεότερη δέσμη εγγράφων που δημοσιοποίησε το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ούτε –πολύ περισσότερο– επειδή είχε ποτέ συναντήσει τον αυτόχειρα. Το σφάλμα του ήταν ότι διόρισε τον Πίτερ Μάντελσον, δύο φορές ατιμασμένο πρώην υπουργό και παλαιό φίλο του Επσταϊν, πρέσβη στην «αυλή» του Τραμπ. Το στοίχημά του ήταν ότι οι παλαιότερες διασυνδέσεις του Μάντελσον θα του επέτρεπαν να ευδοκιμήσει στον βούρκο της Ουάσιγκτον, που βρίθει από υποστηρικτές του MAGA. Ομως, το εγχείρημα αυτό γύρισε μπούμερανγκ, όταν αποκαλύφθηκε ότι η σχέση του Μάντελσον με τον Επσταϊν ήταν πολύ στενότερη –και διήρκεσε πολύ περισσότερο– απ’ όσο είχε αντιληφθεί κανείς.

Ο Στάρμερ επέζησε της κρίσης μόνο επειδή, όταν το κόμμα του κοίταξε στο βάθος του γκρεμού, συνειδητοποίησε ότι μια αναπόφευκτα παρατεταμένη εσωκομματική αναμέτρηση για την ηγεσία, χωρίς προφανή διάδοχο και χωρίς εναλλακτικό σχέδιο, θα συνιστούσε πράξη μνημειώδους αυτοϋπονόμευσης. Για να υπογραμμιστεί ο κίνδυνος, η απότομη άνοδος των αποδόσεων των βρετανικών κρατικών ομολόγων και η πτώση της στερλίνας υπενθύμισαν τη συνεχιζόμενη ευπάθεια των δημοσίων οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου.

Οταν ο ηγέτης του Εργατικού Κόμματος στη Σκωτία κάλεσε δημοσίως τον Στάρμερ να αποχωρήσει, οδήγησε ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο στην έκδοση δηλώσεων στήριξης προς τον πρωθυπουργό. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Στάρμερ ολοκλήρωσε την εβδομάδα σε ισχυρότερη θέση από εκείνη που την ξεκίνησε.

Ωστόσο, οι αμφιβολίες για την κρίση του Στάρμερ κάθε άλλο παρά έχουν εκλείψει.

Οποιες κι αν είναι οι προσωπικές του αδυναμίες, θα ήταν εσφαλμένο να του αποδοθεί αποκλειστικά η ευθύνη για την τελευταία αναταραχή. Στην πραγματικότητα αποτελεί τόσο σύμπτωμα όσο και αιτία της σημερινής δυσφορίας της Βρετανίας. Η έλλειψη συνεκτικού οράματος και η αδυναμία του να εμμένει στις αποφάσεις του δεν είναι ένα ιστορικό ατύχημα. Ηταν η αναγκαία προϋπόθεση για να εκλεγεί οποιαδήποτε κυβέρνηση το 2024, σε μια χώρα που αρνείτο να αναγνωρίσει τις συνέπειες της απόφασής της να αποχωρήσει από την Ε.Ε. και να αποδεχθεί το μειωμένο της κύρος σε μια νέα πολυπολική παγκόσμια τάξη.

Οι προηγούμενες συντηρητικές κυβερνήσεις επιχείρησαν να αποκρύψουν αυτές τις συνέπειες αναβάλλοντας δύσκολες αποφάσεις για τη φορολογία και τις δαπάνες που απορρέουν από τη μειωμένη ανάπτυξη, επιτρέποντας παράλληλα την υποβάθμιση των δημοσίων υπηρεσιών και των υποδομών. Ακόμη χειρότερα, ο Μπόρις Τζόνσον προσπάθησε να συγκαλύψει τις οικονομικές επιπτώσεις της κατάρρευσης του αριθμού των Ευρωπαίων εργαζομένων στη Βρετανία, ως αποτέλεσμα της λήξης της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός Ε.Ε., επιτρέποντας μια άνευ προηγουμένου αύξηση της μετανάστευσης από τον υπόλοιπο κόσμο. Περισσότερα από τέσσερα εκατ. άνθρωποι έφθασαν στη Βρετανία μέσα σε τέσσερα χρόνια, εκ των οποίων 2,25 εκατ. παραμένουν, δηλαδή ένας στους 25 κατοίκους της χώρας σήμερα. Αυτό οδήγησε στο να αυξηθεί η στήριξη προς τα αντιμεταναστευτικά ακροδεξιά κόμματα.

Το πρόβλημα της Βρετανίας είναι ότι, ακόμη και τώρα, δεν υπάρχει διάθεση στο πολιτικό σύστημα –ούτε μεταξύ των ψηφοφόρων– να αναγνωριστούν αυτές οι προκλήσεις. Δεν υπάρχει προθυμία να αντιμετωπιστούν οι δύσκολες δημοσιονομικές επιλογές που απαιτούνται για να καλυφθούν οι ανάγκες αυξημένων δαπανών λόγω της γήρανσης του πληθυσμού ή για να ενισχυθούν η εθνική ασφάλεια και η άμυνα. Αντιθέτως, μεγάλο μέρος του Εργατικού Κόμματος επιθυμεί περισσότερες δαπάνες για την πρόνοια, ενώ η Δεξιά φαντασιώνεται φορολογικές περικοπές. Στο μεταξύ, ο Στάρμερ μιλάει για προσέγγιση με την Ευρώπη, ενώ η Δεξιά καταγγέλλει ακόμη και μετριοπαθή βήματα προς στενότερη ευθυγράμμιση με την Ε.Ε. ως προδοσία του Brexit.

Μπορεί ο Στάρμερ να αξιοποιήσει αυτή την προσωρινή ανάσα για να διδαχθεί από τα λάθη του και να ανακτήσει την πολιτική του ισχύ; Οι περισσότεροι σχολιαστές θεωρούν ότι θα εξαναγκαστεί σε αποχώρηση τον Μάιο, μετά τις τοπικές εκλογές στις οποίες οι Εργατικοί οδεύουν προς συντριπτική ήττα. Από την άλλη, το δίλημμα που θα αντιμετωπίσουν οι επίδοξοι «δολοφόνοι» του θα είναι το ίδιο με εκείνο της περασμένης εβδομάδας. Η αποχώρησή του πιθανότατα θα πυροδοτούσε έναν ακόμη γύρο πολιτικής αστάθειας, με συνέπειες που ίσως αποδειχθούν δύσκολο να περιοριστούν. Ποιος θα ήθελε να αναλάβει την ευθύνη γι’ αυτό;

*Ο κ. Σάιμον Νίξον είναι ανεξάρτητος σχολιαστής και εκδότης του ενημερωτικού δελτίου Wealth of Nations στο Substack.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT