Στις 16 Νοεμβρίου 2023 ο Πέδρο Σάντσεθ, ηγέτης του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ισπανίας (PSOE), παρότι είχε έρθει δεύτερος στις εκλογές της 23.7.2023 και διέθετε μόνο 121 βουλευτές επί συνόλου 350, πήρε ψήφο εμπιστοσύνης χάρη στην υποστήριξη του αριστερού κόμματος Sumar (διαδόχου των Podemos) και προπάντων των καταλανικών και των άλλων περιφερειακών αυτονομιστικών κομμάτων. Εκτοτε κυβερνά χωρίς να διαθέτει «δεδηλωμένη» πλειοψηφία στη Βουλή, κυρίως με διατάγματα. Οι ελάχιστοι νόμοι που κατάφερε να ψηφισθούν, υποστηρίχθηκαν από διαφορετική κάθε φορά πλειοψηφία, συνήθως ύστερα από έντονο παζάρι. Πώς επιβιώνει η κυβέρνησή του;
Στη Γαλλία πάλι, από τις εκλογές του Ιουνίου – Ιουλίου 2024, στις οποίες κανένα κόμμα δεν συγκέντρωσε αυτοδύναμη πλειοψηφία, συνέβη το ανήκουστο, σε λιγότερο από ενάμιση χρόνο να πέσουν στη Βουλή δύο κυβερνήσεις, η δε σημερινή του Σεμπαστιάν Λεκορνί να κυβερνά από τον περασμένο Οκτώβριο με 165 βουλευτές, επί συνόλου 577. Πώς τα καταφέρνει;
Η απάντηση βρίσκεται στα συντάγματα των δύο αυτών χωρών. Το μεν ισπανικό του 1978 προβλέπει στο άρθρο 113 ότι εφόσον μια κυβέρνηση πάρει ψήφο εμπιστοσύνης, μπορεί να ανατραπεί μόνο με «θετική» πρόταση μομφής, δηλαδή με πρόταση του 50%+1 των βουλευτών (εν προκειμένω 176), που ταυτόχρονα να υποδεικνύει νέο πρωθυπουργό. Πρόκειται για απομίμηση του άρθρου 67 του Θεμελιώδους Νόμου της Γερμανίας. Το τελευταίο, μετά την επώδυνη εμπειρία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, εισήγαγε το 1949 τον εν λόγω νεοτερισμό.
Οσο για το ισχύον γαλλικό σύνταγμα του 1958, προχωρά ακόμη παραπέρα: από τη μια, αν και ορίζει ότι η κυβέρνηση ευθύνεται ενώπιον του κοινοβουλίου, δεν προβλέπει πουθενά ότι όταν διορίζεται οφείλει να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης· αρκεί να μην ανατραπεί. Και, από την άλλη, ότι νομοσχέδιο μπορεί να περάσει από τη Βουλή και χωρίς να ψηφισθεί αν, 24 ώρες μετά τη σχετική δήλωση του πρωθυπουργού, δεν υποβληθεί πρόταση μομφής υπογεγραμμένη από το ήμισυ τουλάχιστον συν ένα τού όλου αριθμού των βουλευτών.
Αν στάθηκα στις περιπτώσεις της Ισπανίας και της Γαλλίας το έκανα γιατί πρόκειται για δύο χώρες που έως πρόσφατα ανήκαν στον στενό πυρήνα τής, κατά τη διάκριση του Μορίς Ντιβερζέ, «Europe de la décision» (δηλαδή της «Ευρώπης των αποφάσεων»), σε αντιδιαστολή προς τη «Europe de l’ impuissance» (προς την «Ευρώπη της αδυναμίας»), στις οποίες ανήκαν παραδοσιακά οι χώρες της Μπενελούξ, οι σκανδιναβικές και προπάντων η Ιταλία. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, με τον περαιτέρω κατακερματισμό των πολιτικών κομμάτων και την άνοδο της Ακροδεξιάς, τα πράγματα έχουν έρθει τα πάνω κάτω. Τελευταία εκδήλωση των ανατροπών: η έλλειψη σταθερής πλειοψηφίας ακόμη και σε χώρες, όπως η Ισπανία και η Γαλλία, που επί δεκαετίες ακολουθούσαν το πλειοψηφικό μοντέλο. Παρά τις δυσκολίες, καμιά τους δεν οδηγήθηκε στην καταστροφή. Απόκλιση από την «κανονικότητα» δεν σημαίνει αναγκαστικά και «μη διακυβερνησιμότητα».
Θα μπορούσαν στην Ελλάδα να σταθούν κυβερνήσεις μειοψηφίας; Ποιες αλλαγές θα απαιτούνταν;
Στην Ελλάδα είμαστε άραγε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε αυτό το ενδεχόμενο; Ή μήπως, αν αποδειχθεί αδύνατος ο σχηματισμός κυβέρνησης μετά τις προσεχείς εκλογές, θα επαναλάβουμε το προηγούμενο του 1989-1990, δηλαδή θα αναζητήσουμε μάνι μάνι τον «Κατσίκη του 2027» για να βρούμε την ποθητή πλειοψηφία; Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά:
• Εμείς, σε αντίθεση με χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία, το Βέλγιο ή η Ολλανδία, δεν έχουμε κρατικό μηχανισμό ικανό να λειτουργήσει επί μακρό χρονικό διάστημα χωρίς πολιτική ηγεσία. Αν αυτό συμβεί, αν δηλαδή μεσολαβήσουν πολλοί μήνες έως ότου σχηματιστεί κυβέρνηση μετά τις προσεχείς εκλογές, η χαλάρωση που θα υπάρξει, ελλείψει επαγγελματικής δημόσιας διοίκησης, ενδέχεται να οδηγήσει σε επώδυνο δημοσιονομικό εκτροχιασμό.
• Το Σύνταγμά μας, εξάλλου, προβλέπει ότι δεκαπέντε μέρες το αργότερο μετά την ορκωμοσία της, η κυβέρνηση οφείλει να ζητήσει την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής. Και ναι μεν δεν απαιτούνται γι’ αυτό 151 ψήφοι αλλά μόνον 120, πλην όμως, όπως έγινε και τον Μάιο του 2012, το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι αδιανόητο.
• Αν αυτό συμβεί, αν δηλαδή η κυβερνητική πλειοψηφία κυμαίνεται μεταξύ 120-150 βουλευτών, τότε, πάντοτε σύμφωνα με Σύνταγμα, η κυβέρνηση μπορεί να ανατραπεί μόνο αν πρόταση μομφής ψηφισθεί από 151 βουλευτές. Κάτι που εύκολα μπορεί να συμβεί, αν κρίνει κανείς από την ευκολία με την οποία οι κ. Βελόπουλος, Κωνσταντοπούλου κ.λπ. συμπλέουν σήμερα ευκαιριακά κατά της παρούσας κυβέρνησης.
• Επί πλέον, σε μας, από τον 19ο αιώνα έχει καθιερωθεί η κυβέρνηση να μπορεί να πέσει ακόμη και αν χάσει μια δευτερεύουσα ψηφοφορία. (Το 1993, θυμίζω, άρκεσε δήλωση του βουλευτή Συμπιλίδη!) Και ναι μεν, ακολουθώντας την τακτική Σάντσεθ, η όποια κυβέρνηση προκύψει θα μπορεί να συμμαχεί πότε με τη Δεξιά και πότε με την Αριστερά, για να περνάει κάποια κρίσιμα νομοσχέδιά της, πλην όμως αυτό δεν μπορεί να φτάσει πολύ μακριά σε μια χώρα όπου η συναίνεση θεωρείται περίπου ισοδύναμη με την προδοσία.
• Στον τελευταίο αυτό παράγοντα, την απουσία δηλαδή συναινετικής κουλτούρας, εντοπίζω την κυριότερη δυσκολία να επιβιώσει στη χώρα μας επί μακρόν μια κυβέρνηση μειοψηφίας. Γιατί, είτε το θέλουμε είτε όχι, «κανονικότητα» για τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού μας είναι οι εναλλασσόμενες αυτοδύναμες πλειοψηφίες. Αρα, το πιθανότερο σενάριο είναι να βαδίσουμε τον δρόμο των διαδοχικών εκλογών σε αναζήτηση του μαγικού αριθμού των 151.
Τούτων δοθέντων, επειδή ο σημερινός κατακερματισμός των κομμάτων ενδέχεται να διαρκέσει πέραν του συνήθους, διερωτώμαι μήπως θα ήταν σκόπιμο, στην υπό συζήτηση αναθεώρηση, να εξεταστούν δύο πολύ εντοπισμένες αλλαγές: πρώτον, να θεσπιστεί και σε μας η «θετική» πρόταση δυσπιστίας, δηλαδή η υποχρεωτική υπόδειξη νέου πρωθυπουργού (άρθρο 84 παρ. 6)· και, δεύτερον, να εκμεταλλευτούμε το ότι το άρθρο 37 παρ. 3 δεν προβλέπει ανώτατη διάρκεια για τη διαβούλευση των κομμάτων υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Και τούτο για τον σχηματισμό, όχι μόνο εκλογικής, όπως προβλέπεται σήμερα, αλλά και «κανονικής» κυβέρνησης.
*Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

