Πότε πετυχαίνει μια διεύρυνση

3' 31" χρόνος ανάγνωσης

Η ανακοίνωση διεύρυνσης του ΠΑΣΟΚ με προσχώρηση νέων και παλαιών στελεχών, εκ των οποίων κάποια πολιτεύθηκαν εν τω μεταξύ σε άλλους πολιτικούς χώρους, αντιμετωπίστηκε με κάποια δυσπιστία εάν όχι καχυποψία, ως εάν το ΠΑΣΟΚ ήταν το πρώτο κόμμα στην ιστορία που το πράττει. Ωστόσο, πρόκειται για πρακτική που στην ελληνική πολιτική –και όχι μόνον– συμβαίνει συχνά. Ας μην ξεχνάμε ότι αμφίπλευρη διεύρυνση είχε κάνει το ίδιο το ΠΑΣΟΚ το 2004 με την προσχώρηση του Μάνου και του Ανδριανόπουλου εκ δεξιών, της Δαμανάκη και του Ανδρουλάκη εξ αριστερών· στη Ν.Δ. προσχώρησαν οι Βορίδης και Γεωργιάδης αποχωρώντας από τον ΛΑΟΣ το 2012· στον ΣΥΡΙΖΑ «μετανάστευσαν» δεκάδες μεσαία και υψηλά στελέχη του ΠΑΣΟΚ από το 2012 και μετά – κάποια εκ των οποίων τώρα «επαναπατρίζονται»· ο Κυριάκος Μητσοτάκης διεύρυνε την κυβέρνησή του το 2019, επίσης με σειρά υψηλών και μεσαίων στελεχών του ΠΑΣΟΚ, που στη συνέχεια ενσωματώθηκαν και στο κόμμα ως υποψήφιοι. Αυτά είναι μόνο μερικά πρόσφατα εγχώρια παραδείγματα. Για να είμαστε δίκαιοι, σε πρώτο χρόνο, οι διευρύνσεις σπανίως αντιμετωπίζονται θετικά και δεν είναι όλες επιτυχημένες· ωστόσο η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται από πλήθος παραγόντων.

Είναι κατ’ αρχάς σημαντική η στόχευση. Μια διεύρυνση μπορεί να στοχεύει στην εκλογική γεωγραφία (να «πιάσει» νέες δεξαμενές), μπορεί να στοχεύει στην κοινωνική εκπροσώπηση (να φέρει επαγγελματικά, ηλικιακά, περιφερειακά κοινά μέσα στο κόμμα), μπορεί να στοχεύει στην κυβερνησιμότητα (να δείξει επάρκεια και μια ομάδα έτοιμη να αναλάβει). Αν δεν είναι ξεκάθαρη, προκύπτει σύγχυση: άλλοι την αξιολογούν ως ψηφοθηρική, άλλοι ως αλλοίωση ταυτότητας, άλλοι ως μετεγγραφή στελεχών. Και τότε το εγχείρημα γίνεται αφορμή να ξανανοίξει ο εσωτερικός διάλογος για το «τι είμαστε», δηλαδή το αντίθετο από αυτό που προσπαθεί να επιτύχει.

Ξεκάθαρος πρέπει να είναι όμως και ο πολιτικός πυρήνας πριν από τα πρόσωπα. Η διεύρυνση δεν μπορεί να προηγείται της ταυτότητας. Γιατί αλλιώς τα πρόσωπα, αντί να ενταχθούν σε μια γραμμή, φέρνουν τις δικές τους γραμμές και απαιτήσεις και το κόμμα μοιάζει με ένωση προσώπων που κρατιέται από μια λεπτή κλωστή επικοινωνίας. Οταν η διεύρυνση πέτυχε, σχεδόν πάντα προηγήθηκε μια καθαρή αναδιατύπωση στόχων: οι Βρετανοί Εργατικοί, στη μετάβαση προς το New Labour, δεν έκαναν απλώς άνοιγμα. Εκαναν ρητή στροφή με γνώμονα την κυβερνησιμότητα και έφτιαξαν ένα νέο αφήγημα πλειοψηφίας. Οταν αντιθέτως γίνεται χωρίς άγκυρες, όπως στο ιταλικό Partito Democratico, προκύπτει μεν μεγάλο σχήμα και ποικιλία, αλλά χρόνια αμφισημία και εσωτερικός πόλεμος για το τι εκπροσωπεί.

Η προστιθέμενη αξία των εισερχομένων πρέπει επίσης να είναι χειροπιαστή. Εδώ βοηθάει να δούμε νηφάλια το μάθημα Μητσοτάκη του 2019. Η αξιοποίηση στελεχών με παρελθόν στο ΠΑΣΟΚ δεν λειτούργησε μόνον ως συμβολισμός ανοίγματος προς το Κέντρο. Λειτούργησε ως σήμα τεχνοκρατικής επάρκειας: ότι υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν διοίκηση, πολιτικές, λειτουργία θεσμών, διεθνείς φακέλους. Κάποιος μπορεί να συμβάλει με δίκτυα, με expertise δημόσιας πολιτικής, με θεσμική εμπειρία, με πολιτικότητα. Αν όμως δεν είναι σαφές τι κομίζει, τότε η διεύρυνση μεταφράζεται ως μοίρασμα ρόλων και τροφοδοτεί την εσωστρέφεια.

Από μόνη της καμία διεύρυνση δεν έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Σημασία έχει η νοηματοδότησή της και σε ποιο βαθμό εντάσσεται σε ένα συνολικό στρατηγικό πλάνο που δεν θα είναι αμφίσημο πολιτικά.

Το πολιτικό συμβόλαιο στο οποίο εγγράφονται οι μετακινήσεις και η πολιτική μνήμη επίσης μετρούν. Οι πολίτες ελάχιστα ενδιαφέρονται πρωτογενώς για τις μετακινήσεις· ωστόσο ενοχλούνται από την αίσθηση ότι όλα ξεχνιούνται. Ειδικά όταν πρόκειται για στελέχη που έχουν δημόσιο πολιτικό παρελθόν, χρειάζεται ένα πλαίσιο λογοδοσίας. Αλλωστε, το πραγματικό τεστ της διεύρυνσης δεν είναι η ανακοίνωση, αλλά το μετά: ποια οργανωτική αρχιτεκτονική, τι κανάλια συμμετοχής, τι διαδικασίες παραγωγής πολιτικής ακολουθούν ώστε η διεύρυνση να μη μοιάζει με event επικοινωνίας.

Για να ξεφύγει από τις εσωκομματικές ισορροπίες και να γίνει φυγή προς τα εμπρός, πρέπει η δυναμική της διεύρυνσης να μεταφραστεί άμεσα σε πολιτική παραγωγή. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που πέτυχαν να ξαναχτίσουν πλειοψηφίες το έκαναν όταν η ώσμωση στελεχών συνοδεύθηκε από δεσμεύσεις πολιτικής.

Από μόνη της, καμία διεύρυνση δεν έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Σημασία έχει η νοηματοδότησή της και σε ποιο βαθμό εντάσσεται σε ένα συνολικό στρατηγικό πλάνο που δεν θα είναι αμφίσημο πολιτικά. Αν η διεύρυνση είναι άνοιγμα με πολιτικό συμβολισμό και περιεχόμενο, τότε μπορεί να γίνει εργαλείο ανανέωσης και υπέρβασης της εσωστρέφειας. Αν είναι άνοιγμα χωρίς αρχιτεκτονική, τότε θα μείνει μια λίστα ονομάτων που θα λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής υποψίας.

*Η κ. Λαμπρινή Ρόρη είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Ανάλυσης στο ΕΚΠΑ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT