Ο γρίφος της «επόμενης» Βουλής

3' 41" χρόνος ανάγνωσης

Ο συνταγματικός νομοθέτης δεν είναι σε θέση να προβλέψει τα πάντα. Ούτε να διατυπώσει τους κανόνες με τέτοιο τρόπο ώστε να επιδέχονται μόνο μία ερμηνεία. Κι όμως, το γράμμα του άρθρου 110, παράγραφοι 2 και 3 του Συντάγματος δείχνει τόσο καθαρό: τη διαδικασία αναθεώρησης ολοκληρώνει «η επόμενη Βουλή, κατά την πρώτη σύνοδό της». Εκείνη αποφασίζει επί της πρότασης αναθεώρησης αφού διενεργηθούν εκλογές. Το Σύνταγμα χρησιμοποιεί ενικό· αναφέρεται στην «επόμενη» και όχι σε «επόμενες» Βουλές. Περιορίζει χρονικά την αναθεωρητική αρμοδιότητα μόνο στην πρώτη «σύνοδο», δηλαδή στον αρχικό ετήσιο κύκλο της τετραετούς βουλευτικής «περιόδου». Η «σύνοδος» και η «περίοδος» περιγράφονται στα άρθρα 64 Σ και 53 Σ αντίστοιχα. Με τόσες εκτροπές στο παρελθόν, ο συνταγματικός νομοθέτης δεν ήθελε να αφήσει τίποτε στην τύχη. Πόσο μάλλον για το πώς το δημιούργημά του γίνεται να αλλάξει περιεχόμενο.

Η αυστηρότητα των κρίσιμων διατάξεων είναι αδιαμφισβήτητη· όπως και ο σκοπός που υπηρετούν. Η αναθεωρητική εξουσία είναι κάτι σπουδαίο και εξαιρετικό. Χρειάζεται ένα βέβαιο ορόσημο, η παρέλευση του οποίου πιστοποιεί ότι το εγχείρημα περατώθηκε, θετικά ή αρνητικά. Χρειάζεται όμως και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό. Το αποφασίζον όργανο, η «επόμενη» Βουλή, να έχει εν τοις πράγμασι τη δυνατότητα να ασκήσει την αρμοδιότητα που της εκχωρεί το Σύνταγμα: να είναι σε θέση, κατά την πρώτη σύνοδό της, να συντελέσει ή όχι την προταθείσα αναθεώρηση. Η συγκεκριμένη λειτουργία ανατίθεται στη Βουλή ως συλλογικό σώμα που δρα «με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της», αφού λάβει νωπή εντολή από τον λαό· όχι στα κόμματα, στην κυβέρνηση ή στους πολιτικούς αρχηγούς.

Μπορεί μία θνησιγενής Βουλή να χαρακτηριστεί «αναθεωρητική»; Εκείνη η οποία διαλύεται με το που γεννιέται γιατί δεν σχηματίστηκε καν κυβέρνηση για να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης; Δεν είναι κάτι σπάνιο στην πρόσφατη κοινοβουλευτική μας ιστορία. Είναι ιδιαίτερα πιθανό να συμβεί μετά τις επόμενες εκλογές. Αν κανένα κόμμα δεν συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών και αποτύχει η διαδικασία των διερευνητικών εντολών, η Βουλή διαλύεται και πάμε σε νέες εκλογές (άρθρο 37, παράγραφος 3 Σ). Ενα τόσο εφήμερο, βουβό και απόν Κοινοβούλιο συνιστά την «επόμενη» Βουλή που εννοεί το άρθρο 110 Σ; Υπάρχουν επιχειρήματα και προς τις δύο κατευθύνσεις.

Αλίμονο αν το παίγνιο του σχηματισμού κυβέρνησης καταστεί και μέσον υπονόμευσης της αναθεωρητικής διαδικασίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 53 Σ, οι βουλευτές εκλέγονται «από την ημέρα των γενικών εκλογών». Η βουλευτική «περίοδος» αρχίζει να τρέχει από τότε. Μία Βουλή που υπήρξε έστω και για λίγο, μέχρι να αποτύχουν οι διερευνητικές εντολές (και συνυπολογίζεται στη συντάξιμη προϋπηρεσία των βουλευτών), γιατί να μη λογίζεται ως «αναθεωρητική»; Μοιάζει η πιο σαφής και χρονικά αυστηρή εκδοχή. Ωστόσο, η αντίθετη ερμηνεία φαίνεται να υπηρετεί καλύτερα άλλες προτεραιότητες του Συντάγματος. Σέβεται τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος και τον κομβικό ρόλο της Βουλής ώστε να λαμβάνει τις κρισιμότερες δημόσιες αποφάσεις. Διαφυλάσσει τη σημασία της αναθεώρησης, η οποία δεν επιτρέπεται να εργαλειοποιείται στον βωμό της πολιτικής συγκυρίας. Αλίμονο αν το παίγνιο του σχηματισμού κυβέρνησης καταστεί και μέσον υπονόμευσης της αναθεωρητικής διαδικασίας, πριν καν επιληφθεί ο φυσικός της κριτής, η «επόμενη» Βουλή. Το συγκεκριμένο κριτήριο, εκείνο της έναρξης των εργασιών, έχει εφαρμοστεί στο πλαίσιο μιας άλλης, «πονεμένης» διάταξης. Πριν αναθεωρηθεί το 2019, το άρθρο 86 Σ για την ευθύνη των υπουργών προέβλεπε ότι το αξιόποινο «εξαλείφεται με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της πράξης». Σύμφωνα με την ερμηνεία που –ευτυχώς– επικράτησε, ως τέτοια βουλευτική περίοδος δεν νοείται εκείνη μιας Βουλής που διαλύθηκε πριν καν ξεκινήσει να εργάζεται. Αν το δεχθήκαμε για μία ρύθμιση ποινικού χαρακτήρα –που προσήκει να ερμηνεύεται στενά και υπέρ των κατηγορουμένων– γιατί να μην ακολουθήσουμε το ίδιο σκεπτικό κατά μείζονα λόγο σε σχέση με το άρθρο 110 Σ; Δεν είναι, όμως, τόσο απλό. Αν, για παράδειγμα, αλλάξει σήμερα ο εκλογικός νόμος υπέρ του πρώτου κόμματος ώστε να ισχύσει από τις μεθεπόμενες εκλογές (δεν θα είναι η πρώτη φορά), η ερμηνεία που μόλις αναπτύξαμε εργαλειοποιεί αλλιώς την αναθεωρητική διαδικασία: την αναβάλλει μέχρι να υπάρξουν πιο βολικοί συσχετισμοί στο Κοινοβούλιο. Κάτι εντελώς αντίθετο προς το γράμμα και το πνεύμα του 110 Σ.

Η επόμενη Βουλή είναι, λοιπόν, ένας γρίφος. Τόσο ως προς τη σύνθεσή της, όσο και ως προς το αν θα κληθεί να ολοκληρώσει το αναθεωρητικό εγχείρημα. Ενας λόγος παραπάνω για αναζήτηση συναινέσεων ήδη στο παρόν στάδιο· όχι μόνο για το περιεχόμενο των αλλαγών, αλλά και για τα επόμενα βήματα. Πάντως, οι συναινέσεις αυτές είναι δύσκολο να μεταφραστούν σε προτάσεις που θα υπερψηφιστούν από 180 και πλέον βουλευτές.

*Ο κ. Γιώργος Δελλής είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή της Αθήνας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT