Το 480 π.Χ., οι Αθηναίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με το τέλος του κόσμου όπως τον γνώριζαν. Αναζητώντας τρόπο να αντιμετωπίσουν την επερχόμενη περσική εισβολή, κατέφυγαν στο μαντείο των Δελφών. Αφού προανήγγειλε την επικείμενη καταστροφή, η Πυθία τους άφησε μια αχτίδα ελπίδας: «Μόνο το ξύλινο τείχος δεν θα πέσει, αλλά θα σώσει εσένα και τα τέκνα σου».
Με παρόμοια αίσθηση δυσοίωνης προσμονής, υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, ηγετικές μορφές της διανόησης και των επιχειρήσεων, καθώς και εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών συγκεντρώθηκαν στις αρχές Φεβρουαρίου στην Ουάσιγκτον για το ετήσιο Delphi Economic Forum. Oπως οι ικέτες του αρχαίου μαντείου, όλοι έφθασαν αναζητώντας απαντήσεις – και αποχώρησαν αναρωτώμενοι σε ποιο «ξύλινο τείχος» θα μπορούσαν να στηριχθούν.
Η φετινή διοργάνωση –για ακόμη μία φορά υπό τη σύμπραξη της «Καθημερινής», του Hellenic American Leadership Council και του Delphi Economic Forum– πραγματοποιήθηκε ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες διεξάγεται έντονη συζήτηση για τον μελλοντικό ρόλο της χώρας στον κόσμο. Η μεταπολεμική διεθνής τάξη πραγμάτων εμφανίζει έκδηλες ρωγμές. Η στήριξη της αμερικανικής κοινής γνώμης στον παγκόσμιο ηγετικό ρόλο των ΗΠΑ έχει υποχωρήσει αισθητά, ενώ δεν υπάρχει συναίνεση ως προς τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής. Παρ’ όλα αυτά, ολόκληρος ο πλανήτης εξακολουθεί να προσβλέπει στην Ουάσιγκτον ως βασικό διαμορφωτή προτεραιοτήτων και καθοριστικό παράγοντα επιρροής σε σχεδόν κάθε διεθνή και περιφερειακή πρόκληση.
Η δομή του συνεδρίου –μικρές, κλειστές συνεδρίες με τη συμμετοχή ειδικών και υπό την καθοδήγηση του Chatham House– ευνόησε πιο άμεσες και ειλικρινείς ανταλλαγές απόψεων από όσες συνηθίζονται σε παρόμοιες διοργανώσεις. Συντονιστές με βαθιά γνώση των θεμάτων, όπως ο διευθύνων σύμβουλος της AJC και πρώην βουλευτής Τεντ Ντόιτς, ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ Κερτ Βόλκερ και αναλυτές όπως οι Τζόναθαν Σάνζερ, Ντάμιαν Μέρφι, Μάικλ Ρούμπιν, Λέσλι Βίντζαμουρι και η διευθύνουσα σύμβουλος του HALC Τζόρτζια Λογοθέτη πίεσαν αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ, υπουργούς της Ελλάδας και της Κύπρου, στελέχη των κυβερνήσεων Ομπάμα και Μπάιντεν, καθώς και αναλυτές και δημοσιογράφους από όλο το πολιτικό φάσμα να τοποθετηθούν με σαφήνεια.
Καταγράφηκε σημαντικός βαθμός σύγκλισης ως προς την κατεύθυνση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής για τα επόμενα τρία χρόνια. Αναδείχθηκαν στοιχεία του νέου τρόπου σκέψης που επικρατεί στην Ουάσιγκτον και παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αθήνα, τη Λευκωσία και την Ανατολική Μεσόγειο:
Οι ΗΠΑ δεν φαίνεται να επιθυμούν πλέον να ηγούνται ενός συστήματος που οι ίδιες οικοδόμησαν, δίνοντας προτεραιότητα σε διμερείς συμφωνίες τύπου «deal».
Πρώτον, ενεργειακή διπλωματία σε επιτάχυνση: Οι ανακαλύψεις υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο, η παρουσία αμερικανικών εταιρειών και η γεωγραφική θέση της Ελλάδας έχουν εντάξει την Αθήνα (και τη Λευκωσία) στον πυρήνα της αμερικανικής ενεργειακής στρατηγικής εδώ και πάνω από μία δεκαετία. Η κυβέρνηση Τραμπ –με εμφανή λογική άμεσων αποτελεσμάτων– επιδιώκει την επιτάχυνση των εξελίξεων. Αυτό μεταφράζεται σε έμφαση στους υδρογονάνθρακες αντί των ανανεώσιμων πηγών και, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, στην αξιοποίηση της Ελλάδας ως κόμβου μεταφοράς ενέργειας παρά ως παραγωγού και εξαγωγέα.
Δεύτερον, η Αμερική «κατεδαφίζει» την υφιστάμενη τάξη: Σε αντίθεση με τον απομονωτισμό του κινήματος «America First» της εποχής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η σημερινή εκδοχή του δεν επιδιώκει απόσυρση, αλλά αναδιάταξη. Οι ΗΠΑ δεν φαίνεται να επιθυμούν πλέον να ηγούνται ενός συστήματος που οι ίδιες οικοδόμησαν, δίνοντας προτεραιότητα σε διμερείς συμφωνίες τύπου «deal». Ο πρόεδρος Τραμπ και οι υποστηρικτές του αναγνωρίζουν τις βραχυπρόθεσμες αναταράξεις που προκαλεί αυτή η στρατηγική – και τις αποδέχονται.
Τρίτον, ο IMEC ως στρατηγική προτεραιότητα: Η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ έδωσε προτεραιότητα σε πρωτοβουλίες όπως το σχήμα «3+1» και οι Συμφωνίες του Αβραάμ. Πλέον, στις βλέψεις της μπαίνει ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC). Η επιτυχία του IMEC θα μπορούσε να αποτελέσει θεμέλιο μιας νέας διεθνούς τάξης υπό τον Τραμπ: θα λειτουργούσε ως αντίβαρο στην Κίνα, θα προωθούσε την ενεργειακή του ατζέντα, θα δημιουργούσε σημαντικές επιχειρηματικές ευκαιρίες και θα συνέδεε τον παγκόσμιο Βορρά με τον Νότο, επιτρέποντάς του να το παρουσιάσει ως «πρωτοβουλία ειρήνης». Χαρακτηριστικά «δελφικό» ήταν το κλίμα στη σχετική συζήτηση, όπου επαναλαμβανόταν ότι καθοριστικός παράγοντας είναι μια συμφωνία ΗΠΑ – Ινδίας – την οποία ο ίδιος ο Τραμπ ανακοίνωσε αμέσως μετά.
Ωστόσο, αυτή η σχετική καθαρότητα σημαδεύεται από βαθιά αμφισημία. Αν ο πρόεδρος Τραμπ αποδομεί την υφιστάμενη διεθνή τάξη, ποια θα είναι η επόμενη; Το λεγόμενο Συμβούλιο Ειρήνης προκαλεί περισσότερη ανησυχία παρά συναίνεση, ακόμη και μεταξύ διπλωματών εκείνων των χωρών που αποδέχθηκαν να συμμετάσχουν. Παράλληλα, στους Ρεπουμπλικανούς εντείνονται οι αντιφατικές προσεγγίσεις για την Τουρκία: άλλοι τη βλέπουν να ηγείται ενός νέου αντιδυτικού και αντιισραηλινού άξονα, ενώ ορισμένοι αξιωματούχοι συζητούν ανοιχτά την παραχώρηση σφαίρας επιρροής ή περιφερειακού ρόλου στην Aγκυρα.
Αν υπήρχε σήμερα ένα μαντείο των Δελφών στην Ουάσιγκτον, πιθανότατα θα μας καλούσε να αναζητήσουμε και πάλι τα «ξύλινα τείχη» μας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς ερμηνεύεται πλέον αυτή η μεταφορά: προστατευτισμός μέσω δασμών, συναλλακτική αντίληψη της διεθνούς πολιτικής ή επιστροφή στις παραδοσιακές συμμαχίες και ανανέωση της μεταπολεμικής τάξης ώστε να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις; Το φετινό φόρουμ υπενθύμισε ότι η αβεβαιότητα συνεπάγεται ευθύνη. Είναι άραγε οι Δυτικοί ηγέτες –και οι κοινωνίες τους– έτοιμοι να την αναλάβουν;
*Ο κ. Εντι Ζεμενίδης είναι εκτελεστικός διευθυντής του Συμβουλίου Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC).

