Θα μπορούσε να είναι σκηνή από κωμωδία. Η γιαγιά επιτίθεται στον δάσκαλο διότι δεν εγκρίνει τους βαθμούς που έβαλε στον εγγονό της. Οπως διευκρινίζει το ρεπορτάζ, του επιτέθηκε «λεκτικά». Επειδή το επεισόδιο έγινε πριν από τρεις ημέρες, ημέρα που η UNESCO τιμά την ελληνική γλώσσα, υποθέτω ότι η εν λόγω γιαγιά τίμησε τον πλούτο της ελληνικής με τον τρόπο της για να δικαιώσει το εγγονάκι της. Πάντως, δεν του κατάφερε τσαντιές ούτε γροθιές ούτε του έκανε κεφαλοκλείδωμα. Οι φωνές της ήταν δυνατές και το λεξιλόγιό της αρκετά πλούσιο, ώστε να κληθεί η αστυνομία για να ηρεμήσει τη γιαγιά και να την οδηγήσει στο τμήμα. Δεν ξέρω τι έγινε στη συνέχεια, ούτε πώς αντέδρασε ο δάσκαλος. Προσπαθώ να φανταστώ τη γιαγιά. Υποθέτω ότι δεν φορούσε τσεμπέρι. Το πιθανότερο είναι να πήγε στο σχολείο οδηγώντας η ίδια το αυτοκίνητο, καθησυχάζοντας γονείς και εγγονό: αφήστε, καθαρίζω εγώ. Ωραία, αυτή είναι η κωμική πλευρά του επεισοδίου. Θα μπορούσαμε να μείνουμε εκεί. Υπάρχει όμως και η σοβαρή. Μη φαντασθείτε τίποτε σπουδαίο. Μια λεπτομέρεια του εκπαιδευτικού συστήματος, απ’ αυτές που καμιά μεταρρύθμιση δεν κάνει τον κόπο να μεταρρυθμίσει, μια απ’ αυτές τις λεπτομέρειες που περνάει σχεδόν απαρατήρητη και αντιμετωπίζεται ως φυσιολογική. Κάτι σαν τα κακογραμμένα σχολικά βιβλία. Αναφέρομαι στην περιφρόνηση με την οποία αντιμετωπίζουν τους δασκάλους, μαθητές και γονείς. Ας θυμίσω το κοινότοπο: σε παλαιότερους καιρούς ο μαθητής δεν τολμούσε να δείξει τους κακούς βαθμούς του στους γονείς του διότι φοβόταν. Σήμερα ο δάσκαλος φοβάται να βαθμολογήσει τον μαθητή διότι φοβάται τους γονείς, ενδεχομένως δε και την οργή της εξαγριωμένης γιαγιάς, όπως στην περίπτωση των Τρικάλων. Φοβάται και τους ίδιους τους μαθητές του.
Το παιδί, ως γνωστόν, έχει πάντα δίκιο. Το παιδί βασανίζεται, εργάζεται σκληρά, καταπιέζεται. Και εννοείται η τιμωρία έχει απαγορευθεί διά ροπάλου ως κατάλοιπο του αντιδραστικού μας παρελθόντος. Ο δε δάσκαλος είναι ένας δημόσιος υπάλληλος –ή και ιδιωτικός– ο οποίος μπαίνει στην τάξη για να υπηρετήσει το παιδί. Φταίνε και οι δάσκαλοι. Για δεκαετίες υποστήριξαν το εκπαιδευτικό σύστημα της ήσσονος προσπάθειας και της ελάχιστης προσδοκίας. Η άρνησή τους να αξιολογηθούν δεν τους βοηθάει να εμπνεύσουν τον σεβασμό που απαιτεί το έργο τους. Εργο είπατε; Μια κακοπληρωμένη δουλειά είναι. Είμαι βέβαιος ότι στο βάθος της αντρειωμένης της ψυχής η γιαγιά με μαλλιά κομμωτηρίου θύμωνε που αυτός που παίρνει τρεις κι εξήντα έχει και άποψη για το εγγονάκι μου. Αχ το γλυκούλι μου, που πήρε κακό βαθμό. Μήπως θα πρέπει να συνδέσουμε τις σχέσεις της εκπαίδευσης με τον δημογραφικό μαρασμό της κοινωνίας; Μήπως θα πρέπει να σκεφθούμε ότι μια κοινωνία χωρίς δασκάλους χάνει τη δυνατότητα αναπαραγωγής;

