Η στήλη αυτή την εβδομάδα ξεκίνησε μια μεγάλη διαδρομή από την Ομόνοια του 1980, όπως την κατέγραψε στο ομότιτλο βιβλίο του ο Γιώργος Ιωάννου, για να φτάσει έως τον Ελλήσποντο του Ξέρξη, όπως τον κατέγραψε ο Ηρόδοτος, και έχοντας σαν γέφυρα τον Πολωνό ανταποκριτή Ρίσαρντ Καπισίνσκι, συγγραφέα τού «Ταξίδια με τον Ηρόδοτο».
Καταλήγουμε σήμερα εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: στην Ομόνοια του Ιωάννου, όπου ο Ξέρξης επιθεωρεί την τεράστια στρατιωτική δύναμη που έχει συγκεντρώσει κατά την εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας. Κοιτά τις χιλιάδες των νέων, μάχιμων ανδρών και μονολογεί δακρυσμένος: «Σε εκατό χρόνια ούτε ένας από αυτούς δεν θα υπάρχει».
Ο Ιωάννου επιλέγει να κλείσει το βιβλίο του για την Ομόνοια ανατρέχοντας στον Ηρόδοτο. Γιατί; Μα το λέει από τις πρώτες σελίδες: το κείμενο αυτό είναι μεν «κείμενο εποχής», άρα «σπουδή φθοράς και θανάτου». Μια πολύβουη πλατεία, με πανσπερμία φυλών, κλίσεων και παρεκκλίσεων, ένας τόπος στον οποίο η ένταση της ερωτικής επιθυμίας ισοδυναμεί με πυρετό, αντικείμενο «σπουδής φθοράς και θανάτου»;
Ναι, διότι, όπως λέει ο Ιωάννου, η Ομόνοια είναι «μεταίχμιο», ένα οριακό σημείο. Ο πεζογράφος παρατηρεί το πλήθος του 1980 γνωρίζοντας πως ούτε ένας από αυτούς δεν θα έχει απομείνει όρθιος στο μέλλον. Υποψιάζεται άραγε ότι είναι κι εκείνος μέσα σε αυτούς; Ναι, οπωσδήποτε. Δεν μπορεί, βέβαια, να γνωρίζει ότι έχει μόλις πέντε χρόνια ακόμα παρουσίας σε αυτή τη Γη, αλλά –για φαντάσου– του χρόνου κλείνουν εκατό χρόνια από τη γέννησή του και κάποιοι τον μνημονεύουν ακόμη (και ασφαλώς όχι μονάχα ο γράφων!).
Η Ομόνοια του Ιωάννου και ο Ξέρξης του Ηροδότου, δύο τόσο απομακρυσμένοι κόσμοι, συναντιούνται αναπάντεχα σε αυτή την πανανθρώπινη συνθήκη, την οικουμενική, διαχρονική αγωνία, και συνάμα σαγηνευτική απέναντι στο μυστήριο.
Τι παράξενο όμως: ο Ξέρξης δεν λογαριάζει ότι μπορεί σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες, οι στρατιώτες του να μην υπάρχουν διότι θα έχουν πέσει στο πεδίο των μαχών. Δεν τον βασανίζει αυτό που κατέτρωγε έναν Τσώρτσιλ παραμονή της απόβασης στη Νορμανδία το 1944, όταν λέει στη γυναίκα του: «Αναλογίζεσαι ότι τέτοια ώρα αύριο, χιλιάδες νεαροί άνδρες θα είναι νεκροί;».
Οχι, ο Ξέρξης πάει πιο μακριά: σε εκστρατεία πάνε, κάποιοι θα σκοτωθούν. Αλλά και όσοι επιζήσουν, κάποτε και αυτοί θα χαθούν. Αυτό είναι που δεν μπορεί να χωνέψει.
Κι ωστόσο, εκείνος και οι άνδρες του, και ο μέγας αφηγητής που τους μνημόνευσε στις περίφημες «Ιστορίες» του, ξαναζωντανεύουν 2.500 χρόνια μετά σε μια πλατεία των Βαλκανίων ή στις σελίδες ενός Πολωνού δημοσιογράφου. Και τώρα, ακόμα, στην τυπωμένη σελίδα και στον ψηφιακό ιστό μιας εφημερίδας.
Είναι παρηγοριά αυτό άραγε; Ειλικρινά, δεν ξέρω. Σκέφτομαι κι εγώ, με τη σειρά μου, ότι σε Χ χρόνια ούτε ένας δεν θα υπάρχει απ’ όσους μπορεί να διαβάζουν αυτά τα λόγια – όπως βέβαια και το πρόσωπο που τα γράφει. Ομως, το ζήσαμε. Το ζούμε. Είμαστε ακόμη εδώ.

