Μητσοτάκης – Ερντογάν και οι Κασσάνδρες

2' 21" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Από τη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν στην τουρκική πρωτεύουσα δεν προέκυψε ούτε το τέλος του κόσμου ούτε επήλθε η διάλυση της χώρας. Τα πράγματα έμειναν σχεδόν ίδια σε πείσμα όσων προηγήθηκαν, όπως άλλωστε σε κάθε επαφή Αθήνας – Αγκυρας. Και αυτή τη φορά είχαμε το γνώριμο σχεδόν τελετουργικό καταιγισμού από προφητείες καταστροφής. Οι Κασσάνδρες της αντιπολίτευσης, συνεπικουρούμενες από φωνές πρώην πρωθυπουργών που προέρχονται από τη Ν.Δ., έσπευσαν να προαναγγείλουν «επώδυνους συμβιβασμούς» και «μυστικές υποχωρήσεις». Σε ορισμένες περιπτώσεις χάθηκε και πάλι το μέτρο καθώς υπήρξαν ανόητοι που μιλούσαν ακόμη και για προδοσία. Το πολιτικό λεξιλόγιο ευτελίστηκε με υπερβολές και σκόπιμες παραποιήσεις αλλά το αποτέλεσμα, για άλλη μια φορά, τους διέψευσε.

Διότι από τη συνάντηση δεν υπήρξε ούτε αιφνιδιασμός ούτε σκιά συμφωνίας εις βάρος των ελληνικών θέσεων. Υπήρξε αντιθέτως μια ψύχραιμη επαναβεβαίωση των γνωστών, σταθερών και δημοσίως διατυπωμένων θέσεων της Αθήνας και φυσικά και της άλλης πλευράς, αλλά σε πολύ πιο ήπιο κλίμα. Χωρίς να ξέρουμε τι ειπώθηκε πίσω από τις κλειστές πόρτες, δημοσίως έγινε σαφές ότι η Αθήνα κράτησε την αναμενόμενη στάση για διάλογο χωρίς εκπτώσεις στην κυριαρχία, αποκλιμάκωση χωρίς αυταπάτες, ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας χωρίς να θολώνουν οι εθνικές οριοθετήσεις. Συνεπώς, έγινε ό,τι ακριβώς είχε προαναγγελθεί και προφανώς ό,τι ακριβώς όφειλε να συμβεί. Η αμηχανία όσων μιλούσαν για «μυστική ατζέντα» είναι εμφανής. Γιατί η πραγματικότητα δεν χωράει εύκολα στο σχήμα του εθνικού πανικού που καλλιεργείται συστηματικά, ιδίως όταν η αντιπολίτευση αδυνατεί να αρθρώσει πειστική εναλλακτική στρατηγική. Είναι εύκολο να υψώνεις τη σημαία της πατριωτικής αγανάκτησης και είναι δυσκολότερο να εξηγήσεις πώς ακριβώς διαχειρίζεσαι έναν δύσκολο, απρόβλεπτο γείτονα χωρίς να οδηγηθείς είτε στην αδράνεια είτε στην κρίση.

Ακόμη πιο προβληματική όμως είναι η στάση ορισμένων πρώην πρωθυπουργών και πρώην στελεχών της Ν.Δ. Οι υπαινιγμοί περί «εθνικής μειοδοσίας» δεν πλήττουν μόνο την κυβέρνηση, αφού διαβρώνουν την ίδια τη θεσμική συνέχεια της παράταξής τους και τελικά την αξιοπιστία της χώρας. Οταν πρώην ηγέτες υιοθετούν ρητορική που θυμίζει περισσότερο τηλεοπτικό πάνελ παρά υπεύθυνο δημόσιο λόγο, το πρόβλημα παύει να είναι κομματικό και γίνεται εθνικό. Οταν μάλιστα το κάνουν επειδή δεν συμπαθούν τον Μητσοτάκη (ασχέτως αν έχουν δίκιο ή άδικο γι’ αυτό), τότε η υπόθεση δεν είναι σοβαρή. Η εξωτερική πολιτική όμως δεν είναι και κυρίως δεν πρέπει να είναι πεδίο για εσωτερικές εκκαθαρίσεις ούτε για πολιτική νοσταλγία. Απαιτεί σοβαρότητα, διάρκεια και επίγνωση των συσχετισμών. Η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν δεν έλυσε τα ελληνοτουρκικά –κανείς δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο– αλλά απέδειξε ότι η Ελλάδα μπορεί να συνομιλεί χωρίς φόβο και χωρίς φαντασιώσεις. Αυτό μάλιστα σε μια εποχή γενικευμένης γεωπολιτικής αστάθειας δεν είναι αδυναμία, αλλά είναι ένδειξη αυτοπεποίθησης.

Ισως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα με τις Κασσάνδρες να μην είναι ότι διαψεύστηκαν. Είναι ότι η πραγματικότητα τούς αφήνει χωρίς ρόλο. Γιατί όταν η χώρα πορεύεται με σταθερότητα και ψυχραιμία, ο θόρυβος των υπερβολών ακούγεται απλώς ως παραφωνία, ενίοτε και ως φλυαρία.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT