Ο Ξέρξης δακρύζει, αναλογιζόμενος τη ματαιότητα της ύπαρξης – κατά τον Ηρόδοτο πάντοτε. ∆υόμισι χιλιάδες χρόνια μετά, ο Γιώργος Ιωάννου κοντοστέκεται σε αυτό το επεισόδιο γράφοντας για την Ομόνοια του 1980. Στον Ηρόδοτο ανατρέχει και ο Πολωνός ανταποκριτής Ρίσαρντ Καπισίνσκι.
Ολοι, νομίζω, προσπαθούν κάτι να διασώσουν από τις δικές τους ζωές ή, έστω, να διαστείλουν κάπως τον χρόνο, ώστε να πάψει να είναι μονάχα παράγοντας φθοράς.
Ο Καπισίνσκι, στο βιβλίο του «Ταξίδια με τον Ηρόδοτο» (κυκλοφόρησε το 2005 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Ζώγιας Μαυροειδή αλλά, δυστυχώς, έχει εξαντληθεί), γράφει ότι ο Ηρόδοτος στο προοίμιο του έργου του εξηγεί τον λόγο για τον οποίο καταπιάστηκε με τη συγγραφή: για να μη λησμονηθούν τα έργα των ανθρώπων.
Θέτει στη συνέχεια ένα ερώτημα: «Γιατί πήρε μια τέτοια απόφαση στα νεανικά του χρόνια; Μήπως κάποιος τον παρακίνησε σ’ αυτές τις αναζητήσεις; (…) Ο Ηρόδοτος παραδέχεται ότι ήταν κυριευμένος από τη μανία της μνήμης – είχε συνείδηση ότι η μνήμη είναι κάτι το ατελές, το εύθραυστο, το πρόσκαιρο, ακόμα και απατηλό. (…) Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν νοιάζεται για τη δική του μνήμη, γιατί ζει περιτριγυρισμένος από αποθηκευμένη μνήμη. Τα πάντα τα έχει δίπλα του – εγκυκλοπαίδειες, εγχειρίδια, λεξικά, μονογραφίες. Βιβλιοθήκες και μουσεία, παλαιοπωλεία και αρχεία. Ταινίες ήχου και εικόνας. Διαδίκτυο. (…) Στα χρόνια του Ηροδότου τίποτα, ή σχεδόν τίποτα απ’ όλα αυτά –ιδρύματα, υπηρεσίες, τεχνικές– δεν υπήρχε. (…) Στον κόσμο του Ηροδότου μοναδικός σχεδόν θεματοφύλακας της μνήμης είναι ο άνθρωπος. Για να φτάσεις, λοιπόν, σε αυτό που έχει διατηρηθεί στη μνήμη, πρέπει να φτάσεις στον άνθρωπο, και εάν αυτός κατοικεί μακριά από μας, δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να τον αναζητήσουμε, να πάρουμε τον δρόμο, και όταν πια συναντηθούμε μαζί του να κάτσουμε και να ακούσουμε τι θα μας πει. (…) Κάπως έτσι αρχίζει το ρεπορτάζ, μέσα από μια τέτοια διαδικασία γεννιέται».
Μην μπερδευόμαστε: ο Καπισίνσκι δεν μιλάει για το ρεπορτάζ ως «επίκαιρη, τρέχουσα πληροφόρηση», αλλά για αυτό «που οφείλει να αποσπάσει από τη ροή των τρεχόντων γεγονότων τη λογική τους, να προσπαθήσει να εξηγήσει αυτό που φαντάζει παράλογο, να οριοθετήσει αυτό που εκ πρώτης όψεως μοιάζει εντελώς αναρχικό και χαοτικό» («Αυτοπροσωπογραφία ενός ρεπόρτερ, μτφρ.: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Μεταίχμιο – δυστυχώς, εξαντλημένο και αυτό).
Κάτι να διασώσουμε, λοιπόν. Στο βάθος, όλοι, επαγγελματίες και μη, είμαστε ρεπόρτερ (ή συγγραφείς) των ζωών μας – κι ας μην έχουμε ποτέ τραβήξει ούτε μία γραμμή. Ακόμα και στον ύπνο μας, λέμε ιστορίες στον εαυτό μας. Είμαστε εθισμένοι στις ιστορίες, αλλιώς δεν βγαίνει. Δίχως ιστορίες (αληθινές, διαστρεβλωμένες ή επινοημένες), η μόνη αληθινή κόλαση δεν είναι άλλο από αυτό που έλεγε ο Ρώσος υπαρξιστής Νικολάι Μπερντιάεφ: η πλήξη μας.

