Η δολοφονία του Γιώργου Λυγγερίδη είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα κοινωνικής αγριότητας. Ο άνθρωπος σκοτώθηκε εν ψυχρώ από μια ναυτική φωτοβολίδα. Πέθανε έπειτα από μερικές ημέρες νοσηλείας με φριχτούς πόνους υποθέτω, αφού η φωτοβολίδα συνέχισε να καίει μέσα στο σώμα του ώσπου να αφήσει την τελευταία του πνοή. Ο δολοφόνος του δεν τον γνώριζε, δεν είχαν προηγούμενα, δεν είχε καν δει το πρόσωπό του. Παρ’ όλα αυτά, απ’ ό,τι φαίνεται τον σημάδεψε σε ευθεία βολή. Ηξερε τι έκανε; Ναι. Στον βαθμό που όλοι αυτοί ξέρουν τι κάνουν. Μυαλά ενδεχομένως καμένα από διάφορες ουσίες, μυαλά πάντως ακυρωμένα από έναν φανατισμό που ούτε οι ίδιοι δεν μπορούν να τον εξηγήσουν με δικά τους λόγια. Χουλιγκάνοι, τσούρμο φασισταριών, κοινές εγκληματικές συμμορίες. Δεν έχει καν το δικαιολογητικό της αγάπης του για την ομάδα η οποία, όσο κι αν μου είναι ακατανόητη, δεν ισχύει καν για την περίπτωσή του. Σκότωσε ύστερα από έναν αγώνα άνευ σημασίας, με μόνο κίνητρο τα ρατσιστικά αντανακλαστικά που προκαλεί σε όλους αυτούς η εμφάνιση της αστυνομίας. Στην περίπτωση αυτή η στολή του αστυνομικού λειτουργεί σαν το χρώμα του δέρματος. Φαντασθείτε τι θα είχε γίνει αν το θύμα δεν ήταν ο Λυγγερίδης αλλά ο δολοφόνος του. Θα είχε καεί η Αθήνα στο όνομα της αστυνομοκρατίας. Οι φανατικοί της αλητοκρατείας αντιμετωπίζονται σαν τα τροχαία.
Δεν μπορώ να μην εκφράσω τον σεβασμό μου στους γονείς του Λυγγερίδη. Εχασαν το παιδί τους και τώρα έχουν να αντιμετωπίσουν 147 κατηγορουμένους και τους δικηγόρους τους. Η δοκιμασία απαιτεί και θάρρος και ήθος. Θάρρος για να ακούσεις και να ξανακούσεις αυτό που δεν θέλεις να ακούσεις γιατί σε πονάει. Ηθος για να μην υποκύψεις στον κυνισμό των δικηγόρων και να κρατήσεις την αξιοπρέπειά σου. Και να μην υποκύψεις στον πειρασμό της πολιτικής καπηλείας, όπως άλλοι γονείς σε άλλες περιπτώσεις. Τους ξέρουμε. Δεν χρειάζεται να αναφέρω το όνομά τους.
Ο ρατσισμός κατά της αστυνομίας δεν αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό πρόβλημα. Είναι μία από τις αρρώστιες της δημοκρατίας μας, που την κληρονομήσαμε από τα χρόνια της χούντας. Το εύρος του είναι μεγάλο: κινείται από την παραβατικότητα στην καθημερινή ζωή και φτάνει έως τη βαριά εγκληματικότητα, όπως είναι η δολοφονία του Γιώργου Λυγγερίδη. Δύσκολη, αν όχι αδύνατη, η θεραπεία του, σε μια κοινωνία η οποία ταυτίζει τη ζωντάνια της με την οργή και τον θυμό της κι αναζητεί εχθρούς για να αισθάνεται πως ζει.

