Λέγαμε χθες ότι ο Πολωνός ανταποκριτής και συγγραφέας Ρίσαρντ Καπισίνσκι (1932-2007) είχε κατηγορηθεί πως τα ρεπορτάζ του περιείχαν μυθοπλασία. Κάτι παρόμοιο ισχύει και για τα «ρεπορτάζ» του Ηροδότου, που ήταν το ίνδαλμα του Πολωνού.
Ο Ηρόδοτος γράφει, π.χ., για τους Ινδούς ότι «ανδρικό σπέρμα που μπαίνει στη γυναίκα δεν είναι άσπρο όπως των άλλων ανθρώπων, αλλά μαύρο, όπως το χρώμα τους». Ο Καπισίνσκι, άνθρωπος του 20ού αιώνα, δεν έγραψε τέτοια πράγματα (που είναι όμως τόσο «γοητευτικά»!). Ενδεχομένως να μην ήταν αυτόπτης μάρτυς σε όλα όσα περιγράφει, αλλά τα βιβλία του δεν είναι πια ρεπορτάζ. Είναι κάτι πέρα από ρεπορτάζ· είναι λογοτεχνία.
Τα «Ταξίδια με τον Ηρόδοτο» κυκλοφόρησαν από το Μεταίχμιο το 2005 σε ωραία μετάφραση της Ζώγιας Μαυροειδή, αλλά δυστυχώς ίσως το βρείτε μόνο σε παλαιοβιβλιοπωλεία καθώς είναι εξαντλημένο. Εκεί ο Καπισίνσκι γράφει κάτι με σημασία: «Οι Ιστορίες (σ.σ. του Ηροδότου) αποτελούνται από εννέα βιβλία, και κάθε βιβλίο είναι γεμάτο υπαινιγμούς».
Σωστό. Ως γνωστόν, ο υπαινιγμός είναι θεμελιακό συστατικό της λογοτεχνίας. Ο «πρώτος ρεπόρτερ της Ιστορίας», όπως έχει αποκληθεί ο Ηρόδοτος, ήταν (και) μεγάλος λογοτέχνης.
Οι «Ιστορίες» του Ηροδότου εμφανίστηκαν στα βιβλιοπωλεία της Πολωνίας το 1955. «Από τον θάνατο του Στάλιν είχαν περάσει δύο χρόνια», γράφει ο Καπισίνσκι. «Η ατμόσφαιρα είχε ελαφρύνει, οι άνθρωποι ανέπνεαν πιο ελεύθερα. Μόλις είχε κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα του Ερενμπουργκ, του οποίου ο τίτλος έμελλε να δώσει το όνομα σ’ αυτήν τη νέα εποχή που μόλις άρχιζε: “Τα χιόνια λιώνουν”. Τότε η λογοτεχνία φαινόταν να είναι το παν. Οι άνθρωποι αναζητούσαν σ’ αυτήν τη δύναμη για τη ζωή, έψαχναν για οδοδείκτες, για οράματα».
Για τον νεαρό δημοσιογράφο ο Ηρόδοτος έγινε «το παν». Τις «Ιστορίες» έχει μαζί του στην πρώτη του δημοσιογραφική αποστολή στην Ινδία, δώρο από την αρχισυντάκτριά του. «Είναι από μένα, για τον δρόμο», του λέει. «Ηταν ένα χοντρό βιβλίο, καλυμμένο με κίτρινο ύφασμα. Στο σκληρό εξώφυλλο διάβασα το όνομα του συγγραφέα και τον τίτλο του βιβλίου, που ήταν σκαλισμένα με χρυσά γράμματα: Ηρόδοτος. ΙΣΤΟΡΙΕΣ».
Νομίζω πως η σκηνή της επιστροφής του στη Βαρσοβία, μέσω Μόσχας, είναι συγκλονιστική, τόσο για τον υπαινιγμό της όσο και για την ηροδότεια ζωντάνια της: «Οταν το αεροπλάνο από τη Μόσχα άρχισε να κατεβαίνει στη Βαρσοβία, ο διπλανός μου άρχισε να τρέμει, έπιασε με τα χέρια τα χερούλια του καθίσματος και έκλεισε τα μάτια. Είχε πρόσωπο γκριζωπό, ταλαιπωρημένο, αυλακωμένο από ρυτίδες. Το τσαλακωμένο, φτηνό κουστούμι του κρεμόταν στο αδύνατο, κοκαλιάρικο κορμί του. Τον κοίταξα κρυφά με την άκρη του ματιού. Πρόσεξα πως στο πρόσωπό του άρχισαν να κυλούν δάκρυα, και σε μια στιγμή άκουσα έναν πνιχτό, αλλά καθαρό λυγμό. “Συγγνώμη” μου είπε. «Συγγνώμη. Αλλά δεν πίστευα πως θα γυρίσω”. Ηταν Δεκέμβριος του 1956. Οι άνθρωποι έβγαιναν από τα γκουλάγκ».

