Χωρίς να θέλω να υποβαθμίσω τη σημασία της Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας, που ανακήρυξε η UNESCO, οφείλω να διατυπώσω ορισμένα ερωτήματα. Κατ’ αρχάς, έχουμε το προφανές. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Θα ανταλλάσσουμε ευχές με καρδούλες, όπως του Αγίου Βαλεντίνου, ή θα προσφέρουμε ανθοδέσμες σε όσους μιλούν ελληνικά, όπως την Ημέρα της Γυναίκας; Εντάξει, υπερβάλλω. Ολο και κάτι θα βρεθεί. Διαλέξεις για τη σημασία των ελληνικών σε όλον τον δυτικό πολιτισμό, για την αξία της μοναδικής γλώσσας που δεν έχει σταματήσει να μιλιέται και να γράφεται για σχεδόν τέσσερις χιλιετίες. Αμφιβάλλω αν αυτό θα σταθεί ικανό για να αναστρέψει τη φθίνουσα πορεία των ελληνικών, ως πυλώνα των κλασικών σπουδών, στα εκπαιδευτικά ιδρύματα του δυτικού κόσμου. Δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι η UNESCO αναλαμβάνει υπό την προστασία της μνημεία που κινδυνεύουν και ότι τώρα, ανάμεσα σ’ αυτά, είναι και η ελληνική γλώσσα. Εμείς, το ξέρουμε καλύτερα απ’ όλους. Το θέμα δεν είναι ποσοτικό. Είναι ποιοτικό. Αρκεί να παρακολουθήσεις μια συζήτηση στη Βουλή ή ένα δελτίο ειδήσεων για να αντιληφθείς ότι τα ελληνικά είναι είδος υπό εξαφάνιση. Η γλώσσα που μιλάμε δεν μας φτάνει για να συνεννοηθούμε και η γλώσσα που μας διδάσκει η εκπαίδευση δεν μας βοηθάει να κατανοήσουμε κείμενα. Αντί να οικτίρουμε τις νέες γενιές με τα γκρίκλις τους, ας αναρωτηθούμε για ποιον λόγο τα ελληνικά έχουν πάψει να γοητεύουν. Γιατί εμείς οι ίδιοι τα έχουμε μετατρέψει σε ένα βαρίδι της παιδείας έχοντάς τους αφαιρέσει τη γοητεία που μόνον η διδασκαλία της λογοτεχνίας μπορεί να προσφέρει.
Η ελληνική γλώσσα δεν φθίνει μόνον ως καθομιλουμένη. Υποχωρεί και ως γλώσσα της λογιότητας, γεγονός που οφείλεται κατά μείζονα λόγο στον διαχωρισμό της νέας ελληνικής από την αρχαία. Οι έδρες στα πανεπιστήμια δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Ας μη βαυκαλιζόμεθα. Σκεφθείτε πόσες έδρες νέων ελληνικών έχουν κλείσει στα πανεπιστήμια εκτός Ελλάδος και πόσο έχει συρρικνωθεί η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής. Ας δούμε τώρα τη θετική πλευρά του ζητήματος. Ας σκεφτούμε, δηλαδή, ότι αφού ένας οργανισμός σαν την UNESCO ενδιαφέρθηκε για τη γλώσσα που μιλάμε και γράφουμε, μήπως θα άξιζε τον κόπο να ασχοληθούμε κι εμείς στα σοβαρά μαζί της. Η μόνη σοβαρή μεταρρύθμιση που μπορεί να επηρεάσει τη μέση εκπαίδευση είναι η αλλαγή στον τρόπο διδασκαλίας της γλώσσας. Εχουμε τη θέληση να το κάνουμε; Και αν ναι, έχουμε τη δυνατότητα; Θέλω να πω έχουμε το έμψυχο δυναμικό, το διδακτικό προσωπικό που θα μπορούσε να αναλάβει το έργο; Ή μήπως πρέπει πρώτα να εκπαιδευθούν οι διδάσκοντες στον πλούτο της, στην εκφραστική της πλαστικότητα και στην ηχώ των αιώνων που κουβαλάει η κάθε της λέξη;

