«Η Ιστορία θα γράψει ποιοι θα πουν “ναι” στην αναθεώρηση κάποιων άρθρων και ποιοι θα πουν “όχι”», δήλωσε προχθές ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης. Πρόσθεσε, δε, αναφερόμενος στους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, ότι το να πει κάποιος «δεν το ψηφίζω για να μη δώσω παραπάνω ισχύ στη συγκεκριμένη ψηφοφορία», «αυτό είναι αδιάφορο για τον ιστορικό του μέλλοντος». Ομολογουμένως, κάπως περίεργη αντίληψη της Ιστορίας, σαν απλή στατιστική καταγραφή χωρίς αιτιολόγηση.
Η συνταγματική αναθεώρηση έχει ήδη ενταχθεί στο πεδίο της σκληρής κομματικής αντιπαράθεσης – με ευθύνη και της κυβερνητικής πλειοψηφίας, που υποκριτικά καλεί σε συναίνεση, αλλά στην ουσία επιδιώκει εργαλειοποίηση για εξυπηρέτηση μιας στρατηγικής ανάκτησης της κυριαρχίας στον χώρο του πολιτικού Κέντρου. Προσπαθεί να στριμώξει το ΠΑΣΟΚ, αντίπαλο στη διεκδίκηση αυτού του ακροατηρίου, και επιχειρεί να υποβαθμίσει σε απλή αριθμητική καταγραφή τις ενστάσεις που το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης εγείρει προκειμένου να αιτιολογήσει την απροθυμία του να δώσει λευκή επιταγή στην όποια πλειοψηφία της επόμενης Βουλής για τον καθορισμό του περιεχομένου των προς αναθεώρηση άρθρων.
Την ίδια στιγμή, η σφοδρότητα με την οποία η κυβέρνηση αντιδρά στην επιχειρηματολογία του Ευάγγελου Βενιζέλου, επιβεβαιώνει ότι η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση γίνεται με όρους πολιτικής εργαλειοποίησης. Η πλειοψηφία μπορεί κάθε φορά που το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης διαφωνεί να το κατηγορεί ότι έχει εξελιχθεί σε «ουρά» της Ζωής Κωνσταντοπούλου – λες και η πολιτικά υπεύθυνη στάση προϋποθέτει συμφωνία και συναίνεση σε όσα η κυβέρνηση πράττει.
Δεν είναι το ίδιο εύκολο, όμως, να αποδομήσει τον κ. Βενιζέλο. Πρωτίστως γιατί ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται εκτός ενεργού πολιτικής. Αρα, δεν μπορεί να του αποδώσει κάποιος μικροπολιτικά ελατήρια. Κατά δεύτερον, διότι το κεντρώο ακροατήριο τον ακούει, τον αναγνωρίζει ως εκφραστή και δύσκολα θα πειστεί ότι έχει καταστεί παρακολούθημα αντισυστημικών δυνάμεων. Τρίτον, η κυβέρνηση σταθερά κάνει ένα διαχωρισμό ανάμεσα στο «καλό ΠΑΣΟΚ», που ήταν αυτό με το οποίο συγκυβέρνησε η Ν.Δ., και στο «κακό ΠΑΣΟΚ», που λέει «όχι σε όλα». Διαχωρισμό υπαγορευμένο και πάλι από την επιδίωξη να προσεταιριστεί το κεντρώο πολιτικό ακροατήριο.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι η προσωποποίηση αυτού του «καλού ΠΑΣΟΚ». Και όταν εμφανίζεται τόσο επικριτικός για τη συμπεριφορά της κυβέρνησης απέναντι στο Σύνταγμα, πλήττει καίρια την προσπάθεια της πλειοψηφίας να εμφανιστεί σαν μεταρρυθμιστική δύναμη.

