Ενώ δεν αναμένονται σημαντικές εξελίξεις στην αυριανή συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Αγκυρα, είναι προς το συμφέρον και των δύο ηγετών να επαναβεβαιωθεί η βούλησή τους για «ήρεμα νερά» και να διατηρηθούν ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Καθώς οι δύο χώρες δεν μετακινούνται από τις πάγιες θέσεις τους, η σημασία της συνάντησης είναι ότι διεξάγεται, ύστερα από αρκετή δυσκολία, και ενώ η περιοχή και ο κόσμος έχουν αλλάξει ουσιαστικά από την προηγούμενη συνάντηση των δύο ανδρών τον Σεπτέμβριο του 2024. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία, η απροσδόκητα εύκολη κατάκτηση όλης της Συρίας από ισλαμιστές αντάρτες, που πρόσκεινται στην Αγκυρα, και η γενική ρευστότητα στο γεωπολιτικό σκηνικό έχουν ενισχύσει τον Ερντογάν. Η Ελλάδα προχωρεί με την αμυντική θωράκισή της και αναπτύσσει νέες διπλωματικές διασυνδέσεις, γνωρίζοντας ότι η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ενωση δεν επαρκούν πια για να είναι ασφαλής μια χώρα.
Με εκλογές στον ορίζοντα –οι ελληνικές το 2027 και οι τουρκικές το 2028– είναι φυσικό οι δύο ηγέτες να μη θέλουν να προκαλέσουν τριβές στο εσωτερικό τους. Η διαφορά είναι ότι για τον Μητσοτάκη –για κάθε Ελληνα πρωθυπουργό– η παραμικρή κίνηση που μπορεί να φανεί παραχώρηση δικαιωμάτων θα σήκωνε έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα (και όχι μόνο στον χώρο της αντιπολίτευσης), ενώ ο Ερντογάν έχει δύο μεγάλα προνόμια: ορίζει μόνος του το πολιτικό παιχνίδι, χωρίς να φοβάται αντιδράσεις· η χώρα του συνεχώς θέτει νέες απαιτήσεις, οπότε ενδεχόμενος συμβιβασμός σε κάποιο σημείο θα μπορούσε να εμφανιστεί ως κέρδος (όχι ότι η Αγκυρα συνηθίζει να κάνει πίσω οπουδήποτε).
Το καλύτερο αποτέλεσμα των αυριανών συνομιλιών για την Αθήνα θα ήταν ηρεμία και διάλογος με την Τουρκία, ενώ συνεχίζεται το πρόγραμμα εξοπλισμών.
Με αυτά τα δεδομένα, ο προσωπικός δεσμός μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν προσφέρει άλλο ένα πλεονέκτημα στον Τούρκο πρόεδρο: μπορεί να προσφέρει ανταλλάγματα για να πετύχει κάτι, ενώ η Ελλάδα προτάσσει τη μακρόχρονη συμμαχία με τις ΗΠΑ και το διεθνές δίκαιο. Γνωρίζουμε, επίσης, τη στενή σχέση αμοιβαίου συμφέροντος μεταξύ του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν και του Ερντογάν. Το ότι η Ελλάδα είναι μέλος της Ε.Ε. θα όφειλε να της παρέχει αρκετή ασφάλεια, αλλά η γεωπολιτική αναστάτωση, κυρίως ο φόβος για τον ρόλο των ΗΠΑ, ωθεί αρκετές χώρες-μέλη να θεωρούν θετική στενότερη σχέση με την Τουρκία, χωρίς η Αγκυρα να αλλάζει στάση σε ζητήματα δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των σχέσεών της με γειτονικές χώρες. Σε αυτό το σημείο, πάντως, τα «ήρεμα νερά» συμφέρουν τον Ερντογάν.
Με αυτά τα δεδομένα, το καλύτερο αποτέλεσμα των αυριανών συνομιλιών για την Αθήνα θα ήταν ηρεμία και διάλογος με την Τουρκία, ενώ συνεχίζεται το πρόγραμμα εξοπλισμών και αναδιοργάνωσης των Ενόπλων Δυνάμεων. Και αυτό να δώσει χώρο για ουσιαστικές κινήσεις για συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων και ενημέρωση των πολιτών σχετικά με τους κινδύνους της εποχής.

