Ηταν ένας από τους πιο ελπιδοφόρους πολιτικούς της δεκαετίας του ’80 στις ΗΠΑ. Γερουσιαστής από το Κολοράντο, με προφίλ σοβαρού μεταρρυθμιστή και έντονο λόγο κατά της διαφθοράς, ο Γκάρι Χαρτ εθεωρείτο το απόλυτο φαβορί για το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών το 1988. Οι δημοσκοπήσεις τον έφερναν καθαρά μπροστά από τους αντιπάλους του και μεγάλο μέρος του Τύπου τον αντιμετώπιζε ήδη ως πιθανό επόμενο πρόεδρο. Αλλά…
Το Μάιο του 1987 αποκαλύφθηκε ότι διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση. Η υποψηφιότητά του κατέρρευσε σχεδόν εν μια νυκτί. Με τους ψηφοφόρους να θεωρούν ότι ένας πολιτικός που δεν μπορεί να ελέγξει την ιδιωτική του ζωή δεν θα μπορεί να το κάνει ούτε στη δημόσια, το προβάδισμα του Χαρτ στο Νιου Χαμσάιρ μειώθηκε αυτόματα στο μισό. Υπό την πίεση της κοινής γνώμης και των ΜΜΕ, ο Χαρτ αποσύρθηκε από την κούρσα, υπογράφοντας ένα από τα μεγαλύτερα «what if» στην ιστορία των ΗΠΑ.
Σήμερα θα υπέγραφε και ένα από τα μεγαλύτερα «so what». Σαράντα χρόνια αργότερα, όχι μια παράλληλη σχέση, ούτε καν η σύνδεση με ένα δίκτυο σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων, από τα πιο σκοτεινά εγκληματικά κυκλώματα της εποχής μας, δεν αρκεί για να κλονίσει μια πολιτική καριέρα. Οι καθημερινές αποκαλύψεις γύρω από το σκάνδαλο Επσταϊν δεν έχουν παραγάγει ισοδύναμο πολιτικό κόστος, ούτε έχουν πυροδοτήσει αντίστοιχη κοινωνική αγανάκτηση. Η ωμή πραγματικότητα είναι ότι σήμερα όσοι στηρίζουν έναν πολιτικό μπορεί να συνεχίσουν να τον στηρίζουν, έστω κι αν δεν θα άφηναν ποτέ την ανήλικη κόρη τους μαζί του.
Σήμερα, όσοι στηρίζουν έναν πολιτικό μπορεί να συνεχίσουν να τον στηρίζουν, έστω κι αν δεν θα άφηναν ποτέ την ανήλικη κόρη τους μαζί του.
Ομως η υπόθεση Χαρτ –είχε γίνει και ταινία με τον Χιου Τζάκμαν («Ο υποψήφιος», 2018)– δεν έχει ενδιαφέρον μόνον ως αντίστιξη με το σήμερα. Το «σκάνδαλο Χαρτ» άλλαξε και τη στάση των ΜΜΕ σε σχέση με την ιδιωτική ζωή των πολιτικών. Το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, που έως τότε λειτουργούσε ως άγραφος κανόνας, άρχισε να υποχωρεί μπροστά στο δικαίωμα του κοινού να γνωρίζει, ανοίγοντας σταδιακά και τον δρόμο για φαινόμενα πολιτικού κανιβαλισμού.
Σήμερα, στην εποχή των σόσιαλ μίντια, ξέρουμε τα πάντα – και τίποτα. Καταναλώνουμε ειδήσεις ακατάπαυστα, αλλά η ίδια η πληροφορία έχει αποδυναμωθεί. Τίποτα, ακόμη και το πιο αποτρόπαιο, δεν έχει την ικανότητα να σοκάρει – κι αν έχει, το σοκ κρατάει λίγο, όσο το επόμενο. Οι συνεχείς αποκαλύψεις ξεχείλωσαν την ανοχή μας και ενίσχυσαν την ανθεκτικότητά μας. Αυτό που ξεκίνησε ως ηθικός έλεγχος από τα ΜΜΕ κατέληξε με τα χρόνια σε κανονικοποίηση των πάντων. Αν πριν από 40 χρόνια ζητούσαμε από έναν πολιτικό να είναι άσπιλος, σήμερα απλώς δεν έχουμε απαιτήσεις.
Υπό αυτό το πρίσμα, η μαζική δημοσιοποίηση των φακέλων Επσταϊν ήταν ευφυής κίνηση. Χωρίς ιεράρχηση, χωρίς επεξήγηση, τα στοιχεία τροφοδότησαν απλώς έναν ατελείωτο κύκλο θορύβου. Πώς να μη χαθεί το νήμα της ευθύνης; Ισως τελικά εκείνο το «what if» είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

