To 1984, με πρωθυπουργό της Βρετανίας τη Μάργκαρετ Θάτσερ, ένας νεοεκλεγείς βουλευτής των Τόρις, ο Μάθιου Πάρις, έκανε ένα θατσερικής έμπνευσης πείραμα. Αποφάσισε να πάρει τη θέση ενός ανέργου και να ζήσει για μία εβδομάδα με το επίδομα ανεργίας που ήταν τότε 26,80 λίρες. Η Σιδηρά Κυρία πίστευε ότι το επίδομα, το περίφημο dole, θα πρέπει να καλύπτει τις πιο βασικές ανάγκες ενός ανέργου ώστε να του δίνει κίνητρο να ψάχνει συνεχώς για δουλειά.
Βεβαίως ο βουλευτής των Συντηρητικών απέτυχε παταγωδώς, αφού το πρωί της πέμπτης ημέρας τού είχε μείνει λιγότερο από μία λίρα – που δεν έφτανε να πληρώσει καν το ηλεκτρικό ρεύμα και τη θέρμανση για τις δύο τελευταίες ημέρες του… πειράματος. Το επικοινωνιακό χαστούκι για τη Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν ηχηρό. Και πάλι, όμως, δεν οδήγησε σε αύξηση του ισχνού επιδόματος ανεργίας.
Θυμήθηκα το «πείραμα Πάρις» –που παρακολουθούσα με μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον τότε ως φοιτητής στη Βρετανία– ακούγοντας τις τελευταίες μέρες υπουργούς της Ν.Δ. να πανηγυρίζουν και να κομπορρημονούν για τις «μεγάλες αυξήσεις» που έφεραν στους μισθούς του 2026 κάποιες φορολογικές ελαφρύνσεις που ψήφισε η κυβέρνηση. Αυξήσεις, ωστόσο, που για το μεγαλύτερο ποσοστό των εργαζομένων είναι πολύ μικρές και πάντως δεν καταφέρνουν να ενισχύσουν πραγματικά το εισόδημα των πολιτών, παρά μόνον για κάποιες οικογένειες με τρία παιδιά και άνω, όπου η διαφορά είναι σημαντική. Π.χ., η αύξηση σε ένα μισθωτό των 2.000 ευρώ με τρία παιδιά είναι περίπου 150 ευρώ τον μήνα – δηλαδή έχει όφελος έναν επιπλέον μισθό σε ένα χρόνο.
Ωστόσο, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική για τη μεγάλη πλειονότητα (60%) των μισθωτών του ιδιωτικού (αλλά και του δημόσιου) τομέα, οι οποίοι ζουν με μηνιαίο εισόδημα μικρότερο των 1.000 ευρώ καθαρά. Οπως καταγράφεται στο σύστημα «Εργάνη» του υπουργείου Εργασίας, περίπου 1,5 εκατ. εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, δηλαδή το 60,7% όλων των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα (2.460.720), είχαν μηνιαίο εισόδημα το 2025 έως 1.200 ευρώ μεικτά. Αυτοί οι υπάλληλοι πήραν στα τέλη Ιανουαρίου με τις τελευταίες φορολογικές ρυθμίσεις της κυβέρνησης αυξήσεις μισθού από 10 έως 50 ευρώ τον μήνα, ανάλογα με το πόσα παιδιά έχουν. Με ένα παιδί η αύξηση ήταν περίπου 15 ευρώ, με δύο παιδιά περίπου 20 ευρώ και με τρία παιδιά σχεδόν 50 ευρώ τον μήνα.
Δεν λέω, 50 ευρώ αύξηση στον μισθό ενός υπαλλήλου –δηλαδή επιπλέον 600 ευρώ τον χρόνο στο εισόδημά του– είναι μια πρόοδος. Ομως, με τρία παιδιά η αύξηση αυτή παραμένει μηδαμινή. Και πάντως δεν είναι δυνατόν να οδηγεί κάποιους υπουργούς σε πανηγυρισμούς και φανφάρες. Ιδιαίτερα αν δει κανείς τις τρομερές οικονομικές δυσκολίες που έχουν εκατομμύρια μισθωτοί για να βγάλουν τον μήνα τους με το άλμα των τιμών στα τρόφιμα και τα εξωφρενικά ενοίκια στις μεγάλες ελληνικές πόλεις. Στην Αθήνα, όπου μένει σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας, μια γκαρσονιέρα στα Εξάρχεια νοικιάζεται πλέον όσο νοικιαζόταν πριν από λίγα χρόνια ένα δυάρι στην Κηφισιά, ενώ –όπως δείχνουν διεθνείς έρευνες– 30% των Ελλήνων ξοδεύουν πλέον πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για το σπίτι στο οποίο ζουν.
Σημειώνεται ότι, στην τελευταία έρευνα του Ινστιτούτου της ΓΣΕΕ, έξι στους δέκα πολίτες δηλώνουν ότι δεν τους φτάνει το εισόδημά τους για να βγάλουν τον μήνα – σε 18 μέρες ο μισθός έχει εξαντληθεί. Στην ίδια έρευνα δηλώνεται ότι το 83,5% των εργαζομένων δεν έχει τη δυνατότητα να κάνει ούτε ένα ευρώ αποταμίευση και το 24,9% έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο. Την ίδια στιγμή, έρευνα της Eurostat δείχνει ότι 19% των Ελλήνων δεν έχουν τα χρήματα για να ζεστάνουν επαρκώς το σπίτι τους, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι το 9% των πολιτών, με την Ελλάδα στη χειρότερη θέση.
Είναι αλήθεια ότι η οικονομική πορεία της χώρας είναι ανοδική, 563.000 νέες θέσεις εργασίας έχουν δημιουργηθεί από το 2019 και ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκε το 2025 στα 1.516 ευρώ, από 1.478 ευρώ το 2024, και με την υιοθέτηση ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων θα ενισχυθεί περαιτέρω. Ακόμη όμως οι πολίτες αμείβονται χειρότερα απ’ ό,τι το 2009 και το μέρισμα ανάπτυξης και ευημερίας δεν αγγίζει παρά μόνον οριακά τη μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, οι οποίοι εξουθενώθηκαν οικονομικά την περίοδο των μνημονίων και της σκληρής λιτότητας.
Οι πανηγυρισμοί και οι βαρύγδουπες δηλώσεις δεν δικαιολογούνται από τις περιστάσεις. Χρειάζεται δραστική μείωση φορολογίας στους χαμηλόμισθους μισθωτούς, γενναιόδωρα μέτρα για να μπουν στην αγορά δεκάδες χιλιάδες κλειστά σπίτια ακόμη και κίνητρα στις επιχειρήσεις για να δώσουν μπόνους στους εργαζομένους τους χωρίς να πληρώσουν κρατήσεις ή ασφαλιστικές εισφορές.

