Μινεάπολη, η πόλη πάνω στον λόφο

4' 39" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Τον Απρίλιο του 1630, ο πουριτανός, Αγγλος δικηγόρος Τζον Γουίνθροπ οδηγεί μια ομάδα αποίκων στη Νέα Αγγλία. Θα ιδρύσουν μια από τις πρώτες ευρωπαϊκές αποικίες στη βορειοανατολική περιοχή των Ηνωμένων Πολιτειών, στις ακτές του κόλπου της Μασαχουσέτης. Στο περίφημο δοκίμιο που έγραψε στο πλοίο Arabella κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, χρησιμοποίησε ένα κεντρικό στοιχείο της κοινωνικής και θεολογικής ζωής των πουριτανών, την έννοια της Διαθήκης: Ολες οι κοινωνικές σχέσεις – μεταξύ Θεού και ανθρώπου, ιερέων και ενοριών, δικαστών και μελών της κοινότητάς τους, καθώς και ανδρών και οικογενειών τους – θεωρούνταν ως μια διαθήκη ή σύμβαση που βασιζόταν στη συναίνεση και τις αμοιβαίες ευθύνες.

Παραθέτοντας το Ευαγγέλιο του Ματθαίου (5:14), στο οποίο ο Ιησούς προειδοποιεί ότι «μια πόλη πάνω σε λόφο δεν μπορεί να κρυφτεί», ο Γουίνθροπ προειδοποίησε τους συντρόφους του πουριτανούς ότι η νέα τους κοινότητα θα ήταν «σαν μια πόλη πάνω σε λόφο, τα μάτια όλων των ανθρώπων είναι στραμμένα πάνω μας». Εννοούσε ότι αν τηρούσαν αυτή τη συμφωνία, ο Θεός θα τους καθιστούσε παράδειγμα για τον κόσμο – μια «λαμπερή πόλη πάνω σε ένα λόφο». Αν όμως την παραβίαζαν, ολόκληρη η κοινότητα θα ένιωθε την οργή του Θεού.

Η φράση «πόλη πάνω σε ένα λόφο» χρησιμοποιήθηκε συχνά στην πολιτική ρητορική για να συμβολίσει την ιδέα των Ηνωμένων Πολιτειών ως λαμπρού παραδείγματος για τον κόσμο, ως φάρου ελπίδας και ελευθερίας, αναδεικνύοντας ένα θρησκευτικό ιδεώδες σε κεντρικό πυλώνα της αμερικανικής πολιτικής ταυτότητας: την πεποίθηση ότι η Αμερική έχει μια ιδιαίτερη, σχεδόν θεϊκή, αποστολή να αποτελεί πρότυπο για τους άλλους. Πρόκειται για το όραμα της «αμερικανικής εξαίρεσης», όπου οι αξίες, οι αρχές και τα επιτεύγματα της χώρας έχουν ως στόχο να εμπνέουν και να καθοδηγούν τον υπόλοιπο κόσμο. Το 1989, στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του, ο Ρόναλντ Ρέιγκαν τόνισε ότι, αν αυτή η πόλη είχε τείχη, οι πόρτες τους θα έπρεπε να είναι ανοιχτές για όποιον έχει τη θέληση και την καρδιά να φτάσει εκεί.

Στην πραγματικότητα, ακόμα και αν όπως έγραψε ο Στέλιος Ράμφος «οι θεωρητικά ηθικές προθέσεις δεν επαληθεύουν μόνες τους τον σκοπό· τον επαληθεύουν τα χρησιμοποιούμενα μέσα για να τον πραγματώσουν και από αυτά εξαρτάται η πικρή είτε γλυκιά αλήθεια των σκοπών» η κατεύθυνση όλων των αμερικανικών κυβερνήσεων, ακόμα και αυτές του απομονωτισμού, αντλούσαν από αυτό το θρησκευτικό ιδεώδες.

Οι πολίτες κατεβαίνουν στους δρόμους επειδή θάνατοι πολιτών από ομοσπονδιακούς πράκτορες εκλαμβάνονται ως ηθική ρήξη: ως παραβίαση ενός άγραφου κοινωνικού συμβολαίου που προηγείται του νόμου και αποτελεί τη μοναδική πηγή της πολιτικής του νομιμοποίησης.

Ο Αλέξις ντε Τοκβίλ, αναλύοντας το αμερικανικό πολιτικό «αντανακλαστικό» στο βιβλίο του Δημοκρατία στην Αμερική, επιμένει ότι η σταθερότητα της αμερικανικής δημοκρατίας δεν στηρίζεται πρωτίστως στους θεσμούς, αλλά στα ήθη: στα καθημερινά πρότυπα συμπεριφοράς, στις άγραφες ηθικές προσδοκίες που οι πολίτες έχουν τόσο από το κράτος όσο και μεταξύ τους.

Στην αμερικανική παράδοση, η πολιτική εξουσία οφείλει να στέκεται κάτω από ένα σύνολο αρχών που προηγούνται του κράτους: φυσικά δικαιώματα, ηθικά όρια, κοινωνικούς κανόνες που δεν θεσπίζονται αυθαίρετα αλλά θεωρούνται προϋπάρχοντες. Αυτός είναι ο λόγος που η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας μιλά για God-given rights — όχι ως θεοκρατική επίκληση, αλλά ως δήλωση ότι η εξουσία δεν αποτελεί την πηγή των δικαιωμάτων. Σε αυτόν ακριβώς τον πυρήνα της αμερικανικής πολιτικής ελευθερίας αναφέρεται ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης του Βερμόντ, Φιλ Σκοτ, όταν δηλώνει ρητά πως «δεν είναι αποδεκτό Αμερικανοί πολίτες να σκοτώνονται από ομοσπονδιακούς πράκτορες για την άσκηση των «θεόδοτων» και συνταγματικών τους δικαιωμάτων να διαφωνούν με την κυβέρνησή τους διαδηλώνοντας». Με τη δήλωσή του εκφράζει σκληρή κριτική απέναντι στις ομοσπονδιακές επιχειρήσεις που οδήγησαν στον θάνατο πολιτών, τοποθετώντας τον εαυτό του εντός μιας παλαιότερης αμερικανικής ρεπουμπλικανικής και προτεσταντικής παράδοσης, στην οποία η κρατική ισχύς νομιμοποιείται μόνο εφόσον σέβεται τα ήθη που συγκροτούν την πολιτική κοινότητα.

Σε αυτήν την «πόλη πάνω στο λόφο» μπορεί να αποδοθεί και το γεγονός ότι περιοδικά και sites μακριά από τον στενό πολιτικό λόγο – για τους λάτρεις του γκολφ, των γατών ή του μπέρμπον – έχουν βγει από τη «ζώνη της άνεσής τους», σύμφωνα με την Washington Post, δημοσιεύοντας πολιτικές τοποθετήσεις εναντίον της διοίκησης Τραμπ.

Εκεί εδράζονται και οι αντιδράσεις που βλέπουμε σήμερα στη Μινεσότα και αλλού. Οι πολίτες δεν κατεβαίνουν στον δρόμο ζητώντας επιδόματα ή αυξήσεις, επειδή «αδικούνται», αλλά επειδή θεωρούν ότι κάτι θεμελιώδες έχει ραγίσει. Θάνατοι πολιτών από ομοσπονδιακούς πράκτορες, στο πλαίσιο επιχειρήσεων που παρουσιάζονται ως «αποκατάσταση της τάξης», εκλαμβάνονται ως ηθική ρήξη: ως παραβίαση ενός άγραφου κοινωνικού συμβολαίου που προηγείται του νόμου και αποτελεί τη μοναδική πηγή της πολιτικής του νομιμοποίησης.

Και δεν περιορίζονται σε διαδηλώσεις. Συμμετέχουν σε περιπολίες γειτονιάς, φυλάσσουν ένα τοπικό τζαμί κατά τη διάρκεια της προσευχής, ανταλλάσσουν κρυπτογραφημένα μηνύματα για για την παρουσία πρακτόρων και καταγράφουν βίντεο επιχειρήσεων της ICE, τα οποία διαδίδουν ευρέως. Παραλλήλως οργανώνουν παραδόσεις τροφίμων και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης σε οικογένειες που φοβούνται να βγουν από τα σπίτια τους, αγοράζουν τρόφιμα για οικογένειες μεταναστών, μεταφέρουν ευάλωτους ανθρώπους σε ιατρικά ραντεβού και συνοδεύουν παιδιά μεταναστών στο σχολείο. Οι κινητοποιήσεις μοιάζουν λιγότερο με εξέγερση και περισσότερο με πράξη αυτοδιόρθωσης. Μια κοινωνία πολυπολιτισμική εκ γενετής, με τεράστιες εσωτερικές αντιφάσεις, φαίνεται να θυμάται ότι η συνοχή της δεν βασίζεται στην ομοιογένεια, αλλά στην κοινή αποδοχή κανόνων και ορίων.

Υπό αυτήν την οπτική, ο Τραμπ και οι συν αυτώ εμφανίζονται ως διαστρέβλωση των βασικών αρχών, μια αλλοίωση της ίδιας της ηθικής αυτοκατανόησης πάνω στην οποία οικοδομήθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η ρητορική και η πρακτική τους συγκρούονται με τον πυρήνα εκείνης της ιδέας που, ήδη από τον 17ο αιώνα, διαφοροποιεί την Αμερική από την Ευρώπη: την «πόλη πάνω στο λόφο», την κοινότητα που δεν νομιμοποιείται μόνο από τον νόμο, αλλά και από την ηθική της αποστολή.

Οπως θα έλεγε ο Τοκβίλ, στην Αμερική οι θεσμοί αντέχουν μόνο όσο αντέχουν τα ήθη που τους στηρίζουν – και φαίνεται ότι αυτά, παρά τις πιέσεις, παραμένουν ενεργά.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT