Πώς ορίζεται το πολιτικό Κέντρο; Ως μια πολιτική που τηρεί ίσες αποστάσεις ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά, ή, ας πούμε ανάμεσα στη συντήρηση και την πρόοδο – ένας κατά συνθήκην διαχωρισμός; Και τι σημαίνει αυτό και πώς εφαρμόζεται στην πραγματικότητα; Αν το πάρουμε κατά γράμμα, τότε με όλη μας την άνεση μπορούμε να πούμε ότι κεντρώος είναι αυτός που σε περίπτωση εμφυλίου πολέμου δεν συντάσσεται ούτε με τη μία ούτε με την άλλη παράταξη. Απέχει, τηρεί στάση ουδετερότητας.
Ξέρουμε πολύ καλά ότι στον πρόσφατο δικό μας εμφύλιο οι κεντρώες δυνάμεις, οι πολιτικοί που αργότερα οργάνωσαν την κεντρώα παράταξη, συμμετείχαν ως επί το πλείστον ενεργά στον αγώνα κατά του κομμουνισμού και τη διάσωση του κοινοβουλευτισμού. Η διαγραφή του Κέντρου από τη σύγκρουση του εμφυλίου υπηρετεί στην πραγματικότητα το αφήγημα που ορίζει τον εμφύλιο ως μια σύγκρουση ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά, με τη νίκη της δεύτερης. Στην πραγματικότητα ήταν μια σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις του κοινοβουλευτισμού και τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό. Η θεωρία περί ουδετερότητας δεν στέκει. Δεν υπάρχει ουδετερότητα στην πολιτική ζωή, όπως δεν υπάρχει και αποχή. Αυτές οι δύο στάσεις απλώς καταργούν την πολιτική.
Να αναφέρω απλώς την πλατωνική καταδίκη της ουδετερότητας σε περίπτωση εμφυλίου. Οταν ξεσπάσει εμφύλιος ο πολίτης οφείλει να πάρει θέση υπέρ της μιας ή της άλλης παράταξης. Σ’ αυτήν την περίπτωση συγκρούεται με τη μισή πόλη. Αν μείνει ουδέτερος συγκρούεται με όλη την πόλη, άρα είναι διπλά καταδικαστέος. Το γράφω αυτό διότι, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουμε, ότι το Κέντρο είναι μια επινόηση της σύγχρονης εποχής που συνδέεται κυρίως με τον φιλελευθερισμό, ως πολιτική στάση εμφανίζεται ήδη στην ελληνική αρχαιότητα. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε την ήττα της Αθήνας από τη Σπάρτη και την πτώση της τυραννίας των Τριάκοντα, υπήρξαν πολιτικοί, όπως ο Αρχίνος ή ο Ανυτος –ένας από τους κατηγόρους του Σωκράτη– που αν και δημοκρατικοί υποστήριξαν τη μετριοπάθεια και τη συμφιλίωση με τους ολιγαρχικούς. Πώς να ξεχάσει κανείς το περίφημο ψήφισμα «Περί του μη μνησικακείν», μια κορυφαία στιγμή της αθηναϊκής δημοκρατίας, που άνοιξε τον δρόμο για την κοινωνική συμφιλίωση μετά το τέλος του εμφυλίου. Προσοχή, δεν μιλούσαν για «λήθη». Αλλο λήθη και άλλο μνησικακία. Θα μπορούσε κανείς να πει, για να έρθουμε στα δικά μας, ότι στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον εμφύλιο, ακόμη και στα χρόνια της μεταπολίτευσης, η πολιτική μας ζωή οριζόταν από την αντίθεση της «λήθης» και της «μνησικακίας». Τη λήθη προσπαθούσε να επιβάλει ο εξευρωπαϊσμένος Κωνσταντίνος Καραμανλής και τη μνησικακία πάλευε να κρατήσει ζωντανή η Αριστερά.
Η Ν.Δ. του Μητσοτάκη δεν είναι κεντρώα επειδή θεσμοθέτησε τον γάμο των ομοφυλοφίλων, είναι διότι έχει καταφέρει να περιορίσει την ταύτιση της πολιτικής ζωής με κατά μέτωπον συγκρούσεις.
Η αλήθεια είναι ότι στη μακρά περίοδο της Μεταπολίτευσης η πολιτική ζωή είχε απαξιώσει το Κέντρο. Τα κατάλοιπα του προδικτατορικού Κέντρου, τον Γεώργιο Μαύρο και τον Ιωάννη Ζίγδη, τα σάρωσε ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ του, το οποίο εξαφάνισε το Κέντρο ακόμη και από τη δημόσια ρητορική, μεταθέτοντας την πολιτική ζωή σε μια συνεχή σύγκρουση ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Ε, ναι. Στη σύγχρονη πολιτική πρακτική το Κέντρο ορίζεται ως ένας χώρος που δεν έχει ιδεολογία, δεν αυτοπροσδιορίζεται. Ή μάλλον, για να υπάρξει έχει ανάγκη από την ύπαρξη μιας Δεξιάς και μιας Αριστεράς. Ούτε η Δεξιά όμως υπάρχει χωρίς την Αριστερά, και τανάπαλιν. Οπως κατά τον Ηράκλειτο δεν υπάρχει το φως χωρίς το σκοτάδι.
Από τη στιγμή που η Δεξιά αναγνώρισε την ανάγκη του κοινωνικού κράτους στη δημοκρατία και η Αριστερά εγκατέλειψε το σχέδιο για ανατροπή του κοινοβουλευτικού συστήματος –εξαιρείται το ΚΚΕ– η διαχωριστική γραμμή έχασε την έντασή της. Και αυτό έφερε τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην εξουσία. Αγγιξε τη χορδή ενός πληθυσμού που είχε κουραστεί από τη σύγκρουση Δεξιάς και Αριστεράς, κι ας μην είχαν εγκαταλείψει πολλοί από τους ψηφοφόρους του τις ιδεολογικές τους εμμονές. Μην ξεχνάμε την αποτυχημένη προσπάθεια του Τσίπρα να ταυτίσει τη Ν.Δ. του Μητσοτάκη με την Ακροδεξιά. Οπως τώρα ο κ. Σαμαράς κατηγορεί το πρώην κόμμα του ότι έχει απομακρυνθεί από το αίσθημα της «λαϊκής» βάσης – που δεν την ορίζει όμως. Εχει αρκετή πείρα για να ξέρει ότι η Ν.Δ. του Μητσοτάκη δεν είναι κεντρώα επειδή θεσμοθέτησε τον γάμο των ομοφυλοφίλων – πολλή φασαρία για το τίποτε. Ο Μητσοτάκης είναι κεντρώος διότι έχει καταφέρει να περιορίσει την ταύτιση της πολιτικής ζωής με κατά μέτωπον συγκρούσεις. Κεντρώος, κεντροδεξιός, ενώ το ΠΑΣΟΚ ψάχνει ακόμη τη σημασία της λέξης κεντροαριστερά, της κληρονομιάς του Σημίτη. Oμως, ο Ανδρουλάκης ψάχνει το Κέντρο στο όνομα του Ανδρέα, που διέπρεψε ως ολετήρας του.
Ναι, το Κέντρο υπάρχει. Και η κυβέρνηση, αν και φθαρμένη, εξακολουθεί να κυριαρχεί στο πολιτικό τοπίο επειδή είναι κεντρώα. Γύρω της χορεύουν διάφοροι σχηματισμοί που ψάχνουν την ύπαρξή τους ανάμεσα στην ανάμνηση της σύγκρουσης και τη μνησικακία.

