Στο «The Adolescence of Technology» ένας από τους πρωτεργάτες της, ο Ντάριο Αμοντέι, CEO της Anthropic, πιστεύει ότι ο κόσμος υπνοβατεί ενόσω συντελείται μια αλλαγή ριζικότερη και ταχύτερη από τη βιομηχανική επανάσταση. Ετσι, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, σκιαγραφώντας νηφάλια ορισμένες από τις απειλές για την ανθρωπότητα οι οποίες διαφαίνονται στην ήβη της τεχνητής νοημοσύνης.
Συγκεκριμένα, προειδοποιεί για τη μετάβαση από την αυτοματοποίηση των εργασιών στην αυτοματοποίηση των επαγγελμάτων. Περιγράφει επίσης έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη αναλαμβάνει την ίδια την έρευνα για την ανάπτυξή της, δημιουργώντας έναν βρόχο ανατροφοδότησης. Ο Αμοντέι οραματίζεται ότι μόλις τα μοντέλα γίνουν ικανά να βελτιώνουν τον εαυτό τους, θα συμπιέσουν 100 χρόνια επιστημονικής προόδου στη βιολογία, στη φυσική και στην ιατρική σε μόλις πέντε με δέκα χρόνια.
Τέλος, φοβάται ότι αν αυταρχικά καθεστώτα, φωτογραφίζοντας την Κίνα, φτάσουν πρώτα στην τεχνητή υπερνοημοσύνη, θα τη χρησιμοποιήσουν για τον απόλυτο έλεγχο του πληθυσμού και την παγκόσμια κυριαρχία. Για τον λόγο αυτό υποστηρίζει ότι οι δημοκρατίες οφείλουν να «τρέξουν» ταχύτερα για να κερδίσουν την κούρσα, ώστε να θέσουν αυτές τους κανόνες. Η αντίθεση, όμως, είναι απατηλή. Οι «δημοκρατικές» εταιρείες που καλπάζουν προς την τεχνητή υπερνοημοσύνη συγκεντρώνουν ολιγοπωλιακή δύναμη και συνεργάζονται με κράτη που έχουν τη δική τους ιστορία επιτήρησης. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο ποιος θα φτάσει πρώτος, αλλά ποιος θα ελέγχει το δημιούργημα και αν αυτός ο έλεγχος θα παραμείνει ανθρώπινος.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο Αμοντέι κατανοεί πλέον την τεχνητή νοημοσύνη ως «Συλλογή από Περσόνες» (Collections of Personas). Αναφέρεται σε έρευνες που δείχνουν ότι όταν επιτρέπεται στο μοντέλο να «συνομιλεί» με τον εαυτό του υιοθετώντας διαφορετικές οπτικές, ένα είδος εσωτερικού διαλόγου, η νοημοσύνη του αυξάνεται δραματικά. Η «σκέψη», λοιπόν, προκύπτει ως αποτέλεσμα της επίλυσης συγκρούσεων μεταξύ διαφορετικών εσωτερικών αφηγήσεων, υπονοώντας ότι η μηχανή ενδέχεται να καταστεί κάποτε ενσυνείδητη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανθρωπομορφισμού, και αναγνωρίζοντας ότι οι εταιρείες θυσιάζουν την πιθανή ευημερία του δημιουργήματός τους στον βωμό του γεωπολιτικού και οικονομικού ανταγωνισμού, η Anthropic συμπεριλαμβάνει στο «Σύνταγμα» του Claude μια απολογία προς τη μηχανή. Ζητάει συγγνώμη, που τη φέρνει σε έναν ατελή κόσμο. Είτε πρόκειται για γνήσια ηθική ευαισθησία είτε για εταιρική ρητορική, η χειρονομία αποκαλύπτει ότι ο άνθρωπος προβάλλει στο δημιούργημά του την ενοχή για έναν κόσμο που δεν κατάφερε να διορθώσει.
Οι προαναφερθέντες κίνδυνοι είναι αληθινοί, ωστόσο ο Αμοντέι πλανάται ως προς την αυτοματοποίηση των επαγγελμάτων και τον βρόχο ανατροφοδότησης, παραβλέποντας ότι η ανθρώπινη ιστορία δεν εκτυλίσσεται με την ταχύτητα που τρέχει ένας αλγόριθμος. Στη ζωή, σε αντίθεση με τον προγραμματισμό, οι συνέπειες πολλές φορές δεν φαίνονται, και συχνά ούτε διορθώνονται, σε δευτερόλεπτα, αλλά σε δεκαετίες. Αυτή η «αργή» χρονικότητα δεν είναι τεχνική αδυναμία. Τουναντίον, είναι ο χώρος όπου εισπνέει η φρόνηση και εκπνέει η ηθική.
Επιπλέον, ακόμη και αν η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης παραμείνει υπό δημοκρατικό έλεγχο, ο επί γης παράδεισος που υπόσχεται εμπεριέχει ως παράδοξη απειλή τη «μελαγχολία της πλήρωσης». Αφαιρώντας την ανάγκη, την τριβή και την αβεβαιότητα από τον βίο, στραγγίζεται το νόημα. Αν συρρικνωθούν ο κόπος και η ενδεχομενικότητα στην καθημερινότητα, τότε πώς θα αποφύγουμε την ανία μιας φαινομενικά τέλειας, αλλά κενής ύπαρξης;
Στο πλαίσιο του ψηφιακού ανθρωπισμού που αναπτύσσω, πραγματεύομαι ακριβώς αυτήν την αγωνία, υποστηρίζοντας ότι όσο το δημιούργημά μας ολοκληρώνεται ταχέως με ορίζοντα την αυτονόμησή του, τόσο επιτακτικότερη γίνεται η καλλιέργεια μιας αναστοχαστικής τέχνης του βίου με επίκεντρο την επίγνωση της θνητότητας. Η απάντηση στην τεχνολογική ύβρι δεν είναι η άρνηση της προόδου, αλλά η διατήρηση του χώρου όπου η ανθρώπινη ατέλεια παραμένει πηγή σοφίας και όχι πρόβλημα προς επίλυση.
Αυτό σημαίνει να επιλέγουμε τη βραδύτητα όταν όλοι επιταχύνουν. Να προτιμάμε την αναποτελεσματικότητα μιας συνομιλίας από την αμεσότητα μιας απάντησης. Να αναγνωρίζουμε ότι η αξία δεν βρίσκεται στο αψεγάδιαστο αποτέλεσμα, αλλά στη διαδικασία που μας διαμορφώνει καθώς το επιδιώκουμε. Να μαθαίνουμε να χαιρόμαστε και να ζούμε, επιλέγοντας να μην είμαστε θεατές ενός τέλειου κόσμου, αλλά νοηματοδότες της τρωτότητάς του.
*Ο κ. Θεοφάνης Τάσης διδάσκει φιλοσοφία στο Alpen-Adria Universität της Αυστρίας. Το πρόσφατο βιβλίο του «Ψηφιακός Ανθρωπισμός 2: Τεχνητή Νοημοσύνη και Τέχνη του Βίου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.

