Πριν από πολλά χρόνια, ο Καθολικός ιερέας και επαναστάτης Ερνέστο Καρντενάλ έγραψε ένα ποίημα για τον δικτάτορα της Νικαράγουας με τίτλο «Ο Σομόζα αποκαλύπτει τον ανδριάντα του Σομόζα στο Στάδιο Σομόζα»:
«Οχι ότι πιστεύω πως ο λαός έστησε τον ανδριάντα προς τιμήν μου,
γνωρίζω όσο κι εσείς ότι εγώ τον παρήγγειλα.
Ούτε με αυτόν προσδοκώ την αθανασία:
ξέρω ότι μια μέρα ο λαός θα τον σπάσει.
Ούτε ήθελα να χαρίσω στον εαυτό μου εν ζωή
το μνημείο που δεν θα μου αφιερώσετε όταν πεθάνω:
Το έστησα γνωρίζοντας ότι το μισείτε».
Ο Αναστάσιο Σομόζα Γκαρσία και οι δύο υιοί που τον διαδέχθηκαν κυριαρχούσαν στη χώρα από το 1936 έως τη νίκη των ανταρτών Σαντινίστας το 1979. (Για την Ιστορία, ο Καρντενάλ υπηρέτησε ως υπουργός Πολιτισμού της χώρας, όμως το 1994 παραιτήθηκε από το κυβερνών κόμμα, καταγγέλλοντας τον πρόεδρο Ντανιέλ Ορτέγκα για αυταρχισμό.) Το λιτό ποίημά του πιάνει το πνεύμα του «ισχυρού άνδρα» που γνωρίζει ότι μπορεί να επιβάλει τη θέλησή του στους άλλους, όμως δεν μπορεί να τους αναγκάσει να τον αγαπήσουν. Αν αναγκάζεται, με την ωμή ισχύ της εξουσίας, να αποκτήσει με τη θέλησή του τη δόξα και το μεγαλείο που ποθεί, τον ευχαριστεί ότι και έτσι επιδεικνύει πυγμή. Είναι χαρακτηριστικό δικτατόρων να θέλουν να προβάλλουν εαυτούς ως αυτοκράτορες που όλοι τους δοξάζουν και τους φοβούνται.
Στην εποχή μας παρακολουθούμε το απροσδόκητο θέαμα ο εκλεγμένος ηγέτης μιας αναμφισβήτητης υπερδύναμης –μιας αυτοκρατορίας– να συμπεριφέρεται σαν δικτατορίσκος μπανανίας, δίνοντας ρεσιτάλ παραληρήματος μεγαλείου. Μεταξύ των πράξεων και απαιτήσεών του, ανακοίνωσε νέα κλάση πολεμικών πλοίων με το όνομά του, κομπάζοντας πως αυτά θα είναι «100 φορές ισχυρότερα απ’ όποιο άλλο πλοίο έχει κατασκευαστεί» και θα αποτελούν μέρος «Χρυσού Στόλου». Μετονόμασε μνημείο-πολιτιστικό κέντρο, θέτοντας το δικό του όνομα πάνω από αυτό αγαπημένου δολοφονημένου προέδρου που το κτίριο τιμούσε – και όταν καλλιτέχνες και κοινό γύρισαν την πλάτη τους στο κέντρο, το έκλεισε. Γκρέμισε πτέρυγα της προεδρικής κατοικίας για να χτίσει γιγαντιαία αίθουσα χορού, ενώ σχεδιάζει και αψίδα του θριάμβου. Απαιτεί να μετονομαστούν γι’ αυτόν αεροδρόμιο της πρωτεύουσας και κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός στη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Βάζει το όνομά του στα πάντα – από επιδόματα και κρατικές βίζες έως κρυπτονομίσματα, όπως παλαιότερα το έβαζε σε κτίρια, «πανεπιστήμιο» και μπριζόλες. Αναγκάζει τους πλουσίους που τον πλαισιώνουν να βοηθήσουν τον ίδιο και την οικογένειά του να πλουτίσουν περισσότερο, να ελέγξουν τον Τύπο και τις αντιδράσεις. Θεωρεί δικαίωμά του να αλλοιώνει την Ιστορία, να προσβάλλει με τον πιο χυδαίο τρόπο τους προκατόχους του στο αξίωμά του.
Δεν θα μας αφορούσε εάν ήταν ηγέτης μικρής, ασήμαντης χώρας, αλλά εδώ πρόκειται για τον κλονισμό της ισχυρότερης δημοκρατίας που άνθησε στη Γη, και ό,τι κάνει επηρεάζει όλους.
Το θέαμα θα μπορούσε να είναι αστείο εάν δεν συνδεόταν με κινήσεις που υπονομεύουν το δημοκρατικό πολίτευμα και τους θεσμούς, εάν δεν δηλητηρίαζε την πολιτική και την κοινωνία σε βαθμό που θα είναι δύσκολο να συνέλθουν. Δεν θα μας αφορούσε εάν ήταν ηγέτης μικρής, ασήμαντης χώρας, αλλά εδώ πρόκειται για τον κλονισμό της ισχυρότερης δημοκρατίας που άνθησε στη Γη, και ό,τι κάνει επηρεάζει όλους. Αναγκαζόμαστε να τον παρακολουθούμε, γνωρίζοντας πως ουδείς εκτός της χώρας του μπορεί να αποτρέψει τις συνέπειες των πράξεών του. Και εκεί, κάποιοι άρχισαν να αντιστέκονται στη βούλησή του να κυριαρχεί πάνω τους με κάθε τρόπο, κάθε στιγμή.

