Οι ηγέτες Ελλάδας και Τουρκίας συναντώνται για πρώτη φορά μετά τον Σεπτέμβριο του 2024. Η δυστοκία στην εξεύρεση ημερομηνίας εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, αφού η διεξαγωγή του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας είχε προγραμματιστεί αρχικά για τους πρώτους μήνες του 2025, είναι αποκαλυπτική, αφενός, της εξάντλησης της λεγόμενης «θετικής ατζέντας», αφετέρου, της ελλιπούς προόδου του πολιτικού διαλόγου. Η ύφεση των τελευταίων τριών ετών, η οποία επιστεγάστηκε με τη Διακήρυξη των Αθηνών, έχει απτά οφέλη, καθώς περιορίστηκε σοβαρά η ένταση κυρίως στον εναέριο χώρο, πολλαπλασίασε τις αφίξεις Τούρκων σε δώδεκα ελληνικά νησιά και δημιούργησε τις προϋποθέσεις αναζήτησης συνεργασίας σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής, αλλά πολύ ουσιαστικά για την οικονομία, το εμπόριο και την πολιτική προστασία.
Από την άλλη, δεν συντελέστηκε καμία απολύτως πρόοδος στις διαβουλεύσεις για τα ακανθώδη ζητήματα και ασφαλώς δεν πρόκειται να προκύψει κάτι ουσιαστικό μέχρι τη διεξαγωγή των εκλογών του 2027, πιθανότατα και στις δύο χώρες. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα ότι το 2023 χάθηκε μια ευκαιρία σύγκλισης, καθώς οι θέσεις των δύο χωρών είναι αποκλίνουσες και ο μαξιμαλιστικός αναθεωρητισμός της Τουρκίας μοιάζει ανυπέρβλητο εμπόδιο, πλην όμως, όταν τον Ιούνιο του 2023 οι δύο κυβερνήσεις ήταν πανίσχυρες και λίγους μήνες μετά υπέγραψαν τη Διακήρυξη των Αθηνών, υπήρξε ένα θετικό momentum για την έναρξη εξαντλητικών διαβουλεύσεων, με τον καθορισμό ενός οδικού χάρτη με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα για την αναζήτηση λύσης.
Ακριβώς επειδή δεν προέκυψε κάτι χειροπιαστό σε αυτό το πεδίο, επανέκαμψαν εμφατικά οι φωνές της αδράνειας και της αδιαλλαξίας και στις δύο πλευρές. Σήμερα, οι πιέσεις που δέχονται και οι ηγεσίες στο εσωτερικό είναι ισχυρές και, ενόψει των εκλογικών αναμετρήσεων, δεν πρόκειται να αναληφθεί κάποια πρωτοβουλία, παρά μόνο προς την κατεύθυνση εξασφάλισης ομαλών συνθηκών τουλάχιστον έως το 2027. Η κοινή αγωνία έως και ανησυχία για τις άδηλες προθέσεις του Αμερικανού προέδρου, σε συνάρτηση με τις ευμετάβλητες απόψεις του ειδικότερα για ζητήματα που δεν γνωρίζει σε βάθος, όπως τα ελληνοτουρκικά, υποχρεώνει τις δύο χώρες να σταθεροποιήσουν και να ελέγξουν τις διακυμάνσεις των εντάσεων που προκύπτουν για σειρά λόγων, ώστε να αποφύγουν κάποια αμερικανική παρέμβαση ή διαμεσολάβηση ή και επαναφορά τους στα ραντάρ για τους λάθος λόγους. Προς τούτο είναι καθοριστική η διατήρηση του ανοιχτού διαύλου και, μάλιστα, οι ηγέτες πρέπει να επικοινωνούν τακτικότερα, συζητώντας έστω τις πυκνές παγκόσμιες και περιφερειακές εξελίξεις.
Ο πρόεδρος Ερντογάν διατηρεί συστηματική επαφή με τον Αμερικανό ομόλογό του και είναι πρόδηλη η καλή χημεία. Φαίνεται εξάλλου ότι επηρεάζει κάποιες αποφάσεις του υπέρ των τουρκικών θέσεων, επί παραδείγματι με τη στήριξη που προσφέρθηκε στον πρώην τζιχαντιστή και νυν ηγέτη της Συρίας, αλλά και τη συμφωνία με τους Κούρδους, η οποία έγινε κατόπιν προέλασης των συριακών δυνάμεων και δραματικής υπαναχώρησης των αντίστοιχων κουρδικών. Ο Αμερικανός πρέσβης στην Aγκυρα, μάλιστα, προωθεί μετ’ επιτάσεως την επαναφορά της Τουρκίας όχι μόνο στο πρόγραμμα των F-35, αλλά συνολικά στο παλαιότερο επίπεδο συνεργασίας στον αμυντικό τομέα με τις Ηνωμένες Πολιτείες· εντούτοις, πέρα από τις δυσκολίες που θα συναντήσει σε επίπεδο Κογκρέσου η διατήρηση της εικόνας της Τουρκίας ως σταθεροποιητικού παράγοντα στην ευρύτερη περιοχή αποτελεί sine qua non συνθήκη. Και είναι από τους βασικούς λόγους που ο Ερντογάν δεν φαίνεται να έχει την επιθυμία να προκαλέσει κάποια κρίση με την Ελλάδα. Ακόμη και αν το στρατιωτικό κατεστημένο της γείτονος αισθάνεται άβολα με την υφιστάμενη κατάσταση. Ακόμη και αν η Τουρκία δεν έχει αντιδράσει με σφοδρότητα ή αποτελεσματικά στις πρωτοβουλίες που η Αθήνα προώθησε τους τελευταίους μήνες και οι οποίες στόχο έχουν την προβολή των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και την ενίσχυση των εθνικών μας θέσεων, με τη στάση μας στο ζήτημα του SAFE να αποδεικνύεται σθεναρή. Επιπροσθέτως, η Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια κέρδισε τη δυνατότητα εξοπλισμού της και απόκτησης πλεονεκτήματος στον αέρα και κάλυψης του χάσματος στη θάλασσα, άρα και τον σεβασμό της Τουρκίας, με την τελευταία, όμως, να θεωρείται από αρκετούς Ευρωπαίους σημαντικό γρανάζι για την ευρωπαϊκή άμυνα.
Πολλά, πάντως, έχουν αλλάξει στην περιοχή από την τελευταία συνάντηση των δύο ηγετών: Οι σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ έχουν επιδεινωθεί περαιτέρω, αν και γίνονται προσπάθειες από αμερικανικής πλευράς να καταλαγιάσει η ένταση, η επιθετική ατζέντα του δεύτερου, όμως, έχει φέρει πιο κοντά την Aγκυρα με το Κάιρο και τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου, με την Τουρκία να βρίσκει έτσι προσβάσεις στην ανατολική Λιβύη, ενώ η Αθήνα από την πλευρά της έχει ενισχύσει αισθητά την αμυντική συνεργασία της με το Τελ Αβίβ και επιχειρεί να βρει μια λειτουργική σχέση και με τις δύο πλευρές της Λιβύης. Η αλλαγή καθεστώτος στη Συρία ενίσχυσε το τουρκικό αποτύπωμα, από την άλλη η προσπάθεια σταθεροποίησης του Λιβάνου έδωσε την ευκαιρία σε Ελλάδα και Κύπρο να τον προσεγγίσουν και να αποτελέσουν τη γέφυρα με την Ε.Ε. Επιπλέον, η παρουσία αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών τόσο σε Ελλάδα όσο και σε Τουρκία, όπως και η επανάκαμψή τους στη Λιβύη, συνδυαστικά με την εμπλοκή τους και σε άλλες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, δημιουργεί ένα τόξο συμφερόντων των ΗΠΑ, ώστε να αναζητηθεί ευρύτερη συνεννόηση. Αθήνα και Aγκυρα, παρότι το ξορκίζουν, προετοιμάζονται και για το ενδεχόμενο ανάληψης αμερικανικής πρωτοβουλίας για τη διευθέτηση των προβλημάτων που ταλανίζουν είτε συνολικά την περιοχή, συμπεριλαμβανομένου του Κυπριακού, είτε σε διμερές επίπεδο.
*O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

