Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση θα όφειλε, όπως σε κάθε ώριμη δημοκρατία, να αποτελεί στιγμή υψίστης θεσμικής αυτογνωσίας και σοβαρότητας. Να είναι η ώρα που το πολιτικό σύστημα σηκώνει το βλέμμα λίγο ψηλότερα από τον εκλογικό κύκλο, αφήνει στην άκρη τον μικροκομματικό υπολογισμό και αναμετριέται σοβαρά με τις αδυναμίες και τις ανάγκες της χώρας. Στην ελληνική περίπτωση, όμως, η αφορμή των εξαγγελιών του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για την αναθεώρηση ανέδειξε για ακόμη μια φορά το δομικό μας έλλειμμα που είναι η αδυναμία συναινέσεων και, ακόμη χειρότερα, η έλλειψη κουλτούρας ουσιαστικού διαλόγου. Αντί η συζήτηση να οργανωθεί γύρω από συγκεκριμένες προτάσεις, τεκμηριωμένες επιλογές και έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή θεσμικής σοβαρότητας, γρήγορα διολίσθησε στη γνώριμη λογική της αντιπαράθεσης… για την αντιπαράθεση. Κάθε πλευρά σπεύδει να διαβάσει τη συνταγματική αναθεώρηση όχι ως εθνική ευκαιρία, αλλά ως πεδίο πολιτικής φθοράς του αντιπάλου. Το Σύνταγμα μετατρέπεται σε εργαλείο τακτι-κής και όχι σε κοινό θεμέλιο.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό και πολιτισμικό. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα δείχνει συχνά ανώριμο να διαχειριστεί διαδικασίες που απαιτούν χρόνο, υπομονή και διάθεση συμβιβασμού. Η έννοια της συναίνεσης αντιμετωπίζεται ως υποχώρηση, σχεδόν ως ήττα, και όχι ως προϋπόθεση για βιώσιμες θεσμικές αλλαγές. Ετσι, ο διάλογος γίνεται προσχηματικός και η σοβαρότητα θυσιάζεται στον βωμό της κομματικής καθαρότητας.
Κι όμως, η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι μια τυπική πολιτική διαδικασία. Αφορά κρίσιμα και χρήσιμα ζητήματα, από τη λειτουργία των θεσμών, την απονομή της δικαιοσύνης, τη σχέση κράτους και πολίτη έως τις εγγυήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας. Είναι μια σπάνια ευκαιρία να διορθωθούν παθογένειες που αναγνωρίζονται σχεδόν από όλους αλλά σπάνια αντιμετωπίζονται στην πράξη. Αν χαθεί μέσα σε κραυγές και εύκολα συνθήματα, το κόστος δεν θα είναι κομματικό· θα είναι μια ακόμη δεκαετία χαμένη. Η ευθύνη βαρύνει πρωτίστως τα κόμματα εξουσίας, παρόντα και δυνητικά. Εκείνα που διεκδικούν ρόλο διακυβέρνησης οφείλουν να αποδείξουν ότι μπορούν να συνομιλούν σοβαρά ακόμη και όταν διαφωνούν. Η δημοκρατία δεν μετριέται μόνο με την ένταση της αντιπαράθεσης αλλά και με την ικανότητα να βρίσκεις κοινό έδαφος στα μεγάλα και ουσιώδη. Χωρίς αυτό, καμία αναθεώρηση δεν μπορεί να επιτευχθεί, ούτε να φέρει αλλαγές με βάθος και ουσία. Στην πραγματικότητα η απαίτηση για συνεννόηση απευθύνεται πρωτίστως στη Ν.Δ. και στο ΠΑΣΟΚ ασχέτως των διαφορών τους. Οφείλουν να συνομιλήσουν ανοικτά και χωρίς πολιτικά τερτίπια ή χειρισμούς με μικροκομματικές στοχεύσεις, ώστε να γίνει μια σοβαρή προσέγγιση στις απαιτούμενες αλλαγές στον καταστατικό χάρτη της χώρας. Η τρέχουσα πολιτική οξύτητα μπορεί να παραμεριστεί ώστε να αντιμετωπίσουν με τη δέουσα προσοχή ένα ζήτημα που ξεπερνά τις σημερινές ηγεσίες.
Τελικά το ερώτημα δεν είναι αν θα αλλάξουν ορισμένα άρθρα του Συντάγματος. Είναι αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που προσεγγίζει τις μεγάλες θεσμικές αλλαγές. Αν δεν υπάρξει ωριμότητα, σοβαρός διάλογος και ειλικρινής διάθεση συνεννόησης, η συνταγματική αναθεώρηση κινδυνεύει να καταγραφεί ως ακόμη μια χαμένη ευκαιρία. Και η χώρα δεν έχει πια την πολυτέλεια για τέτοιες απώλειες, αν και είναι βέβαιο ότι μπορεί να ζήσει και χωρίς την αναθεώρηση.

