Ενα μόνο πράγμα είναι χειρότερο από τον σημερινό τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων. Να επιλέγουν τους προέδρους και (πολλούς, μα πάρα πολλούς) αντιπροέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων οι ίδιοι οι δικαστές.
Οχι γιατί οι δικαστές είναι κακοί άνθρωποι, αλλά διότι η Δικαιοσύνη είναι η μόνη από τις τρεις συνιστώσες εξουσίες του κράτους που δεν έχει καμία αναφορά στη λαϊκή κυριαρχία. Οι βουλευτές εκλέγονται απευθείας από τον λαό, ο πρωθυπουργός, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, τα μέλη των Ανεξάρτητων Αρχών εκλέγονται από τη Βουλή, ενώ οι δικαστές απλώς διορίζονται.
Συνεπώς, το μόνο που μας έλειπε είναι η δημιουργία ενός κλειστού συστήματος εξουσίας, έστω κι αν αυτό φοράει τη δικαστική τήβεννο. Η επιλογή τους μόνον από το υπουργικό συμβούλιο δημιουργεί πολλά προβλήματα –με πρώτο εκείνο της αξιοπιστίας–, αλλά τουλάχιστον διασυνδέει τη φοβερότερη εκ των τριών εξουσιών με τη λαϊκή βούληση. Γιατί τη λέμε φοβερότερη; Διότι οι δικαστές είναι οι μόνοι που μπορούν να στερήσουν από τους πολίτες τα πολυτιμότερα ατομικά δικαιώματα. Ούτε οι βουλευτές ούτε ο πρωθυπουργός μπορούν να κλείσουν κάποιον στη φυλακή. Αυτό δικαίως είναι ένα προνόμιο που έχουν μόνον οι δικαστές.
Επ’ αυτού ο αείμνηστος Σταύρος Τσακυράκης, ο οποίος δεν μασούσε τα λόγια του, ήταν λάβρος κατά εκείνων των δικαστών οι οποίοι, «χρησιμοποιώντας παραδοσιακά επιχειρήματα για ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας, απορρίπτουν κάθε ιδέα ελέγχου και θεσμοθετημένης παρέμβασης από τις άλλες εξουσίες. Η μόνη παρέμβαση που προβλέπεται σήμερα είναι ο διορισμός της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από την κυβέρνηση. Και σε αυτήν, όμως, αντιδρούν, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να τηρείται η επετηρίδα ή να εκλέγουν οι ίδιοι την ηγεσία τους. Με άλλα λόγια, επιδιώκουν μια εντελώς ανέλεγκτη εξουσία από ανθρώπους που αρχίζουν τη σταδιοδρομία τους από τη Σχολή Δικαστών και στη συνέχεια, ακολουθώντας μια δημοσιοϋπαλληλική πορεία, φτάνουν με την πάροδο του χρόνου στα ανώτατα αξιώματα. Αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να καθορίζουν οι ίδιοι τους μισθούς και τις συντάξεις τους, τις προαγωγές τους, την ηγεσία τους και, το κυριότερο, να αποφαίνονται τελικά για κάθε κοινωνικό ζήτημα. (…) Και αν κάποιος τους ασκήσει κριτική, εξανίστανται και τον κατηγορούν ότι δεν σέβεται τη Δικαιοσύνη, την ίδια στιγμή που οι συνδικαλιστικές ενώσεις τους κατακεραυνώνουν κάθε λίγο και λιγάκι τη νομοθετική ή την εκτελεστική εξουσία» («Καθημερινή», 29.6.2014).
Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι να περάσουμε από την ελεγχόμενη από κάθε κυβέρνηση σε ανέλεγκτη από κάθε θεσμό Δικαιοσύνη. Θα συνεχίσουμε αύριο…

