Η δήλωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη συνέντευξη που παραχώρησε στον κ. Αλέξη Παπαχελά, στον ΣΚΑΪ, με την οποία χαρακτήριζε μη αναγκαία μια ενδεχόμενη παρέμβαση των ΗΠΑ προς εξομάλυνση των σχέσεων Αθηνών και Αγκύρας, προκάλεσε μια κάποια έκπληξη. Δεν έχει σημασία εάν η τοποθέτηση του πρωθυπουργού υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι ο ρόλος της Τουρκίας στην περιοχή φαίνεται να έχει αναβαθμισθεί σημαντικά επί της προεδρίας του κ. Ντόναλντ Τραμπ και μια «διαμεσολάβηση» των ΗΠΑ θα ήταν πιθανόν «ισοβαρής» και ασύμφορη για τα ελληνικά συμφέροντα. Ο κ. Μητσοτάκης για μία φορά ακόμη επανέλαβε ότι στις σχέσεις Αθηνών και Αγκύρας «το μείζον ζήτημα, η μεγάλη διαφορά είναι μία και μόνη, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα», που όμως συναρτάται απολύτως με την έκταση των χωρικών υδάτων – ένα θέμα με παρελθόν βαρύ 90 χρόνων.
Η ιστορία άρχισε όταν στις 8 Οκτωβρίου 1936 η κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά αποφάσισε την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 6 ναυτικά μίλια — κατά παράβασιν της Συμφωνίας της Λωζάννης του 1923, που είχε καθορίσει το εύρος τους στα 3 μίλια. Ο τότε πρωθυπουργός της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού δεν αντέδρασε και μόνον έπειτα από 28 χρόνια, όταν ασκούσε εκ νέου την πρωθυπουργία, ο Ινονού ανακοίνωσε τη 15η Μαΐου 1964 επέκταση των χωρικών υδάτων της Τουρκίας στα 6 ναυτικά μίλια.
Στις μέρες μας, ο αρχιτέκτων του τουρκολιβυκού μνημονίου, ναύαρχος Τσιχάτ Γιαϊτζί, είχε χαρακτηρίσει εκείνη την απόφαση τη χειρότερη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, διότι η Τουρκία κάλυπτε μόνον το 7,11% του Αιγαίου έναντι 43,68% για την Ελλάδα.
Οταν την 1η Ιουνίου 1995, κατά την επικύρωση της Συνθήκης Δικαίου της Θαλάσσης από την ελληνική Βουλή, περιελήφθη η παράγραφος ότι «η Ελλάς διατηρεί το αναφαίρετο δικαίωμα σε οποιαδήποτε στιγμή να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια», η αντίδραση της Αγκυρας υπήρξε άμεση.
Στις 8 Ιουνίου η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση εξουσιοδότησε την κυβέρνηση «να λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα, περιλαμβανομένων και όσων είναι απαραίτητα από στρατιωτικής πλευράς, για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων της χώρας». Αυτή συνοπτικά είναι η ιστορία ενός άλυτου προβλήματος, που θα επιλυθεί μόνον όταν μία υπερτέρα δύναμις —όπως οι ΗΠΑ, που επίσης δεν αναγνωρίζουν το Δίκαιον της Θαλάσσης— παρέμβει πιεστικά, όπως συνέβη και με το Μακεδονικό.

