Eνα χρόνο μέσα στην προεδρία Τραμπ, οι δασμοί αρχίζουν να αποδίδουν καρπούς. Η απειλή της εφαρμογής τους αδιακρίτως σε αντιπάλους και συμμάχους έχει επιπτώσεις στις διατλαντικές σχέσεις και ίσως και στο οικονομικό κλίμα, καθώς θρέφει την αβεβαιότητα, αλλά τα οικονομικά στοιχεία δίνουν την εικόνα ότι η εμπορική πολιτική του προέδρου αρχίζει να επιτυγχάνει τους οικονομικούς σκοπούς της.
Με όλες τις διαπραγματεύσεις, τις υποχωρήσεις και τις αυξήσεις, ο μέσος όρος των δασμών που επιβάλλουν οι ΗΠΑ στις εισαγωγές βρίσκεται σήμερα στο 17%, στα υψηλότερα επίπεδα από το 1932. Αυτό έχει οδηγήσει σε μείωση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ, το οποίο τον Οκτώβριο υποχώρησε στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2009. Παρά την άνοδο των τιμών για τα εισαγόμενα προϊόντα, μάλιστα, ο πληθωρισμός υποχωρεί, με τις χαμηλές τιμές της ενέργειας και τις υπηρεσίες να οδηγούν την πτώση.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση τον Ιανουάριο για τους New York Times, το 54% των Αμερικανών είναι αντίθετο στους δασμούς. Το ποσοστό είναι σχετικά μικρό, με δεδομένες τις ανατροπές που έχουν δημιουργήσει στο παγκόσμιο εμπόριο. Μάλιστα, ακόμη μικρότερο ποσοστό, το 51%, εκτιμά πως οι δασμοί έχουν κάνει το κόστος ζωής υψηλότερο.
Ο λόγος είναι ότι πολλές επιχειρήσεις επιλέγουν μέχρι τώρα να απορροφούν το κόστος των δασμών, αντί να το περνούν στους καταναλωτές. Είναι μία επιτυχία για την πολιτική Τραμπ, η οποία συγκέντρωσε έσοδα 287 δισ. δολαρίων από δασμούς και φόρους το 2025, ποσό τριπλάσιο από το περασμένο έτος, το οποίο δίνει στην αμερικανική κυβέρνηση μια νέα, διόλου ευκαταφρόνητη, πηγή εσόδων. Και καθώς ο πληθωρισμός υποχωρεί, η αμερικανική κυβέρνηση διακηρύττει την εμπορική πολιτική της ως επιτυχημένη.
Βεβαίως, η επιβολή δασμών σπρώχνει τους Δυτικούς συμμάχους των ΗΠΑ σε αναζήτηση εναλλακτικών αγορών καθώς προσπαθούν να προστατέψουν την εγχώρια παραγωγή τους από τις επιπτώσεις της αμερικανικής πολιτικής. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη δείξει την ενόχλησή της για τη συμφωνία του Καναδά με την Κίνα για τη μείωση των δασμών στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και στο λάδι κανόλα, αλλά και τη μεγάλη εμπορική συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ενωσης με την Ινδία. Αμέσως μετά, όμως, και η ίδια έσπευσε να συμφωνήσει τη μείωση των δασμών στα ινδικά προϊόντα, ενώ ο πρόεδρος Τραμπ έχει δείξει ότι υποχωρεί, ιδιαίτερα απέναντι στην Κίνα, όταν οι εμπορικές επιδιώξεις του χτυπούν στον σκόπελο των αγορών.
Με νέες διαπραγματεύσεις να αναμένονται το νέο έτος με το Μεξικό και τον Καναδά για το μέλλον της εμπορικής συμφωνίας τους και σοβαρά ανοιχτά θέματα στη διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Ενωση, φαίνεται ότι το 2026 θα είναι ένα έτος που η εμπορική πίεση θα επικεντρωθεί στους στενότερους φίλους των ΗΠΑ.
* Η κ. Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow στο Atlantic Council και ερευνήτρια εξωτερικού στο ΕΛΙΑΜΕΠ.

