Σε διάφορα σημεία του βιβλίου «Αόρατοι στρατοί. Μια επική ιστορία του ανταρτοπολέμου από την αρχαιότητα έως σήμερα» του Αμερικανού στρατιωτικού, ιστορικού και αρθρογράφου Μαξ Μπουτ (μτφρ.: Στέφανος Καβαλλιεράκης, εκδ. Leader Books), διαβάζουμε για τη σύνδεση, αλλά και τις διαφορές, ανάμεσα στον αντάρτη και στον τρομοκράτη. Θα επανέλθουμε σε αυτό το θέμα προς το τέλος της εβδομάδας, όπως και στο παράδοξο του να νικάει τον ισχυρό ο αδύναμος, θα ήθελα όμως να σταθούμε σε έναν όρο που παραθέτει ο Μπουτ του Αγγλου ιστορικού Ερικ Χομπσμπάουμ: τους «κοινωνικούς ληστές».
Τι εννοούσε ο μεγάλος ιστορικός; «Τους χωρικούς που ζούσαν εκτός νόμου», οι οποίοι «στα μάτια των ανθρώπων τους ήταν ήρωες, υπερασπιστές, σε κάθε περίπτωση άνδρες άξιοι να τους θαυμάζουν, να τους βοηθούν και να τους υποστηρίζουν».
Ποιοι ήταν αυτοί; Το πρώτο διάσημο παράδειγμα είναι ο λεγόμενος στα ελληνικά «Ρομπέν των Δασών», δηλαδή ο Ρόμπιν Χουντ. Λιγότερο γνωστός στη χώρα μας είναι ο Ρόμπερτ Ρόι ΜακΓκρέγκορ (Σκωτία, 1671-1734), σε αντίθεση με τον Τζέσε Τζέιμς στην Αμερική (1847-1882), τον Νεντ Κέλι (Αυστραλία, 1855-1880) και τον Πάντσο Βίγια (Μεξικό, 1878-1923). Ολοι αυτοί, γράφει ο Μπουτ, «υπήρξαν ζωντανά παραδείγματα “κοινωνικών ληστών”».
Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι παραπάνω έχουν μυθοποιηθεί στη λογοτεχνία και, αργότερα, στο σινεμά. Για τον Ρόμπιν Χουντ τα πολλά λόγια περιττεύουν. Η ιστορία του Τζέσε Τζέιμς έγινε αριστουργηματική ταινία από τον Αντριου Ντόμινικ («Η δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από τον δειλό Ρόμπερτ Φορντ», 2007, που βασίστηκε στο ομότιτλο βιβλίο)· τον Νεντ Κέλι σκιαγράφησε αριστοτεχνικά ο Αυστραλός συγγραφέας Πίτερ Κάρεϊ («Η αληθινή ιστορία της συμμορίας Κέλι», βραβείο Μπούκερ, 2002). Ο δε Πάντσο Βίγια έχει γίνει ταινία, τηλεοπτική σειρά, βιβλίο, με μεγάλα ονόματα να εμπλέκονται σε όλα αυτά τα πρότζεκτ: Γιουλ Μπρίνερ, Αντόνιο Μπαντέρας, Τζον Ριντ, Μαρτίν Λουίς Γκουσμάν, Πάκο Ιγκνάσιο Ταΐμπο ΙΙ κ.ά.
Ο Μπουτ, όμως, μιλάει στο βιβλίο του και για άλλες ιστορικές περιπτώσεις τέτοιων «κοινωνικών ληστών»: «Λιγότερο γνωστοί αλλά περισσότερο σημαντικοί ήταν οι κλέφτες και οι χαϊδούκοι, οι Χριστιανοί ληστές που μάχονταν τους Οθωμανούς κατακτητές στα Βαλκάνια για πέντε αιώνες. Ο Χομπσμπάουμ επισημαίνει ότι η επικράτηση τέτοιων ανδρών είναι “ένα από τα πιο οικουμενικά κοινωνικά φαινόμενα στην ιστορία”· αναδείχθηκαν όποτε κατέρρεε η κοινωνική πειθαρχία, γεγονός που παρατηρείται και σήμερα σε περιοχές όπως την τριεθνή Νότια Αφρική. Στο παρελθόν, τραχείς άγριοι τόποι, όπως η Σκωτία, η Κορσική, η Σικελία, η Ισπανία και τα Βαλκάνια υπήρξαν ιδιαίτερα γόνιμα εδάφη για τη δράση κοινωνικών ληστών μέχρι που οι τόποι αυτοί έγιναν κράτη αρκετά δυνατά για να τα αντιμετωπίσουν».
Επ’ αυτού, να θυμίσουμε ότι το τέλος της ληστοκρατίας στην Ελλάδα του 1920-1935 (όταν δηλαδή γινόταν, αργά και βασανιστικά, οργανωμένο κράτος) κατέγραψε με γλαφυρότητα ο Βασίλης Τζανακάρης στο βιβλίο του «Τα παλικάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν» (εκδ. Καστανιώτης, 2002).

