Κατηγορείται ένα κομμάτι της Αριστεράς πως κλείνει τα μάτια της στα όσα συμβαίνουν στο Ιράν, ενώ στάθηκε και στέκεται σταθερά δίπλα στο καθεστώς της Βενεζουέλας, χωρίς ποτέ να καταδικάσει τους τρομοκράτες της Χαμάς. Δηλαδή η κατηγορία αφορά την επιλεκτική ευαισθησία που χαρακτηρίζει αυτούς τους ανθρώπους. Διότι υπάρχει και ένα τμήμα της Αριστεράς, αισθητά μικρότερο, που υποστηρίζει πως «οι ερπύστριες των τανκς δεν έχουν χρώμα».
Στην Ιστορία σχεδόν όλα τα γεγονότα κάθονται το ένα επάνω στο άλλο, υπάρχει μια διαδοχή στην εξέλιξή τους, κάτι που απαγορεύει τις παρθενογενέσεις όπως και τις φραγές της μνήμης. Αυτή η ιστορική συνέχεια δεν αφορά μόνο τα γεγονότα, αλλά και τις συνειδήσεις των ανθρώπων και στον βαθμό που κάποιοι από αυτούς ανήκουν σε συλλογικότητες, αφορά και τη λεγόμενη συλλογική συνείδηση ενός χώρου. Φτάσαμε στο κρίσιμο σημείο για να κατανοήσουμε την επιλεκτική ευαισθησία της πλειοψηφικής Αριστεράς.
Στα ανθρώπινα δικαιώματα δεν υπάρχουν εκπτώσεις και «ναι μεν, αλλά». Συγκροτούν τον πυρήνα της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οσοι οραματίζονται τη «λαϊκή δημοκρατία» προφανώς βρίσκονται έξω από αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο.
Ανέκαθεν είχε αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα. Δεν είναι σημείο των καιρών. Ιστορικά έκλεινε τα μάτια στις βαρβαρότητες του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά διαρρήγνυε τα ιμάτιά της για τα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού. Τα σοβιετικά τανκς «χόρευαν» στους δρόμους της Πράγας, αλλά στην Ελλάδα κατέπνιγαν –και έτσι είναι– τις ελευθερίες των πολιτών. Εύστοχα σημειώνει η καθηγήτρια κυρία Αγγέλα Καστρινάκη πως «η Αριστερά βρέθηκε πράγματι σε περίεργη κατάσταση τούτη την εποχή: διωκόμενη στην Ελλάδα, αλλά καθεστωτική στη Σοβιετική Ενωση, όφειλε να υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου στον τόπο της και τη φίμωσή του στην ιδεατή πατρίδα». Και μπορεί ο υπαρκτός να κατέρρευσε αλλά η συλλογική συνείδηση που παρήγαγε, επιβίωσε. Απλώς ο υπαρκτός αντικαταστάθηκε από τα σύγχρονα υποκατάστατά του τα οποία έχουν ποικίλες μορφές.
Οταν ένα ολόκληρο αξιακό σύστημα μετατρέπεται σε ένα προπαγανδιστικό όπλο, όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα υποβιβάζονται σε απλά εργαλεία της πολιτικής πάλης, είναι επόμενο και οι ευαισθησίες να αποκτούν το δικό τους χρώμα, αναλόγως του ποιος είναι ο καταπιεστής και ποιος ο καταπιεζόμενος. Τα επιχειρήματα ανασύρονται εύκολα για να υποστηριχθεί αυτή η μονομερής αντιμετώπιση και έρχονται από το μακρινό παρελθόν. Αυτό που μετράει είναι αν η καταπίεση γίνεται για να «κινηθεί η Ιστορία προς τα μπρος», όπως έλεγαν τότε οι καθοδηγητές, οι οποίοι βεβαίως αυτοί όριζαν το «μπρος» και το «πίσω».
Τις επιλεκτικές ευαισθησίες τις χαρακτηρίζουμε, σωστά, και με τη λέξη «υποκρισία». Αυτή η λέξη έχει ένα ηθικό φορτίο, με έντονο το καταγγελτικό στοιχείο. Στον βαθμό που αυτή η επιλεκτική προσέγγιση έχει την αφετηρία της στις ιδεολογικές συντεταγμένες της Αριστεράς, η προβολή της ηθικής της διάστασης είναι επιβεβλημένη. Σε τελική ανάλυση στα ανθρώπινα δικαιώματα δεν υπάρχουν εκπτώσεις και «ναι μεν, αλλά». Συγκροτούν τον πυρήνα της φιλελεύθερης δημοκρατίας και η υπεράσπισή τους είναι ενιαία και αδιαπραγμάτευτη. Οσοι οραματίζονται τη «λαϊκή δημοκρατία» προφανώς βρίσκονται έξω από αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο.

