Η διεθνής δικαιοκρατική και οικονομική τάξη, όπως διαμορφώθηκε μεταπολεμικά και ενισχύθηκε μεταψυχροπολεμικά, αποτελεί παρελθόν. Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Κάρνεϊ, στην περίφημη πλέον ομιλία του στο Νταβός μίλησε για ρήξη με το παρελθόν και όχι απλώς και μόνο για μια μεταβατική περίοδο του διεθνούς συστήματος, και προέτρεψε τους συμμάχους των ΗΠΑ να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Ποιο είναι λοιπόν το πρόβλημα που οδηγεί όλο και περισσότερες ηγεσίες όχι μόνο στην αποστασιοποίησή τους από την τωρινή αμερικανική, αλλά και στην αναζήτηση εναλλακτικών ώστε να αντιμετωπίσουν από καλύτερη θέση τυχόν προσπάθεια είτε να τους επιβληθούν οι επιλογές της Ουάσιγκτον είτε να τιμωρηθούν γιατί δεν ευθυγραμμίστηκαν με αυτές; Και πόσο πιθανό είναι να το καταφέρουν και υπό ποιες προϋποθέσεις;
Η αντίληψη και οι πρακτικές του προέδρου Τραμπ διαφέρουν με τις αντίστοιχες των προκατόχων του, όχι σε απόλυτο βαθμό, ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνονται και εκδηλώνονται έχει προκαλέσει αναστάτωση και ανησυχία κυρίως στους συμμάχους των ΗΠΑ. Και στο παρελθόν οι Αμερικανοί εκμεταλλεύονταν σε συγκεκριμένες συνθήκες τις αδυναμίες των εταίρων τους, «πατούσαν» πάνω σε αυτές για να προωθούν αποτελεσματικότερα τα συμφέροντά τους. Και παλαιότερα υπήρχαν ρωγμές στο δυτικό στρατόπεδο, με αποκορύφωμα την επέμβαση το 2003 στο Ιράκ, όταν για πρώτη φορά μεταπολεμικά η Δύση διχάστηκε και διαιρέθηκε. Και τα περασμένα χρόνια προέκυπταν διαφωνίες μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού, και ακόμη και Δημοκρατικοί πρόεδροι, όπως ο Ομπάμα και ο Μπάιντεν, υιοθέτησαν πολιτικές προστατευτισμού που καθιστούσαν την αμερικανική οικονομία πολύ πιο ανταγωνιστική σε σχέση με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή, όπως επίσης υπήρχαν κράτη που λειτουργούσαν ως δούρειοι ίπποι των Αμερικανών στην Ευρώπη. Ομως, το δυτικό μέτωπο, όποτε απαιτούνταν, παρέμενε αρραγές, ενώ υπήρχε ένα πλαίσιο συνεργασίας και εμπιστοσύνης, το οποίο είχε ως θεμέλια τις κοινές αξίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ειδικότερα οι ισχυρότεροι της Δύσης δεν συνεργάζονταν και μάλιστα αγαστά με δικτατορίες ανά τον πλανήτη. Βασική συνισταμένη αυτής της εταιρικής σχέσης ήταν η προάσπιση ενός μοντέλου παγκόσμιας διακυβέρνησης που βασιζόταν, όχι απόλυτα, στην πολυμέρεια, στους διεθνείς θεσμούς και σε συγκεκριμένες αρχές που καθόριζαν τις διακρατικές σχέσεις αλλά και τον τρόπο λειτουργίας του διεθνούς συστήματος. Τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν τέλειο, οι δόσεις υποκρισίας ήταν πολύ ισχυρές και οι παραβιάσεις των κανόνων σχετικά τακτικές, ωστόσο υπήρχε συναντίληψη για την ανάγκη η φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων, όπως είχε καθοριστεί ειδικότερα από τους Αμερικανούς, να παρέμενε λειτουργική και αποδεκτή από τα περισσότερα κράτη του πλανήτη.
Για τον πρόεδρο Τραμπ, πάντως, η τωρινή κατάσταση και η ανισοβαρής σχέση με τους συμμάχους αποτελούν βαρίδια, τα οποία πρέπει να ξεφορτωθεί. Δεν θεωρεί ότι οι ΗΠΑ ωφελούνταν από τις εταιρικές τους σχέσεις, και στην περίπτωση του ΝΑΤΟ καλούνταν να καταβάλλουν ένα δυσανάλογο ποσό για την προστασία των συμμάχων τους, οι οποίοι τελικά κατέστησαν σε τέτοιο βαθμό εξαρτημένοι που αδυνατούν να υποστηρίξουν τις ΗΠΑ, όταν τις χρειάζονται. Χρησιμοποίησε το παράδειγμα του Αφγανιστάν για να καταδείξει ότι κανένας σύμμαχος εντός του ΝΑΤΟ δεν έχει στηρίξει την Ουάσιγκτον, άρα δεν έχει λόγο και αυτή να στέκεται στο πλευρό των εταίρων της, πληρώνοντας μάλιστα ένα πολύ υψηλό τίμημα. Είναι προφανές ότι ο Τραμπ πιστεύει πως οι ΗΠΑ πρέπει να σταματήσουν να αιμορραγούν οικονομικά και να διαθέτουν τεράστιο δυναμικό για την ασφάλεια της Ευρώπης, αντικαθιστώντας το δόγμα «η ισχύς εν τη ενώσει» με την ισχύ του εκφοβισμού. Από τη στιγμή που έχουν στρέψει την προσοχή τους σε άλλα σημεία του πλανήτη, είναι προτιμότερο να αποδεσμευθούν οικονομικά και επιχειρησιακά από τη συλλογική άμυνα, και έχουν κιόλας τη βούληση να το επιβάλουν, χωρίς πρωθύστερη διαβούλευση με οποιονδήποτε.
Σε αυτό το σημείο, όμως, εντοπίζεται μια αντίφαση και ένα πρόβλημα. Η αντίφαση είναι ότι οι ΗΠΑ θέλουν να εξακολουθήσουν να αναγνωρίζονται και να αντιμετωπίζονται ως η μόνη παγκόσμια ηγεμονική δύναμη, ενώ από την άλλη αποσύρονται και απομακρύνονται από περιοχές που δεν θεωρούν πλέον προτεραιότητά τους, ενώ δείχνουν απρόθυμες να επιτελέσουν τα καθήκοντα που συνεπάγεται ο ρόλος του παγκόσμιου ηγεμόνα. Το πρόβλημα επομένως, και λόγω της ιδιοσυγκρασίας του Τραμπ, είναι η απώλεια εμπιστοσύνης των συμμάχων της Ουάσιγκτον και η αναγκαστική στροφή σε εναλλακτικές προκειμένου αυτοί να θωρακιστούν απέναντι στις προθέσεις του Αμερικανού προέδρου αλλά και να στείλουν μήνυμα ανυποταγής. Το θετικό σε αυτή την περίπτωση είναι ότι δημιουργούνται συσπειρώσεις και τοπικού ή θεματικού χαρακτήρα συμμαχίες προθύμων ώστε να μην έχουν λόγο και τη δυνατότητα να μπλοκάρουν τις εξελίξεις εντός της Ευρώπης «ομόσταυλοι» του Αμερικανού προέδρου. Και πράγματι φαίνεται ότι σημαντικό μέρος της Ευρώπης, τόσο των ηγεσιών όσο και των κοινωνιών, όπως διαπιστώνεται και σε σχετικές σφυγμομετρήσεις, έχει αφυπνιστεί και αντιλαμβάνεται το μέγεθος και την κρισιμότητα του διακυβεύματος. Κάλλιστα, ενδέχεται οι απόπειρες να μείνουν ατελείς, αν μάλιστα στην ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών έρθει ένας πρόεδρος με διαφορετική αντίληψη για τις σχέσεις με την Ευρώπη. Η τελευταία, πάντως, δεν πρέπει επ’ ουδενί να σταματήσει την προσπάθεια χειραφέτησής της ώστε να βρει εγκαίρως τη θέση της στο υπό διαμόρφωση παγκόσμιο περιβάλλον.
*O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

