Ο ηθικός κίνδυνος της κακής νομοθέτησης

3' 10" χρόνος ανάγνωσης

Στην Ελλάδα είναι ευκολότερο και ταχύτερο να ψηφίσει η Βουλή μια νομοθετική ρύθμιση από το να χορηγήσει η διοίκηση άδεια σε ένα κατάστημα. Η ρύθμιση μπορεί να προστεθεί σαν μπάλωμα σε ένα άσχετο νομοσχέδιο, ακόμη και την τελευταία στιγμή, ακόμη και αφού έχει ολοκληρωθεί η δημόσια διαβούλευση του υπόλοιπου κειμένου. Τέτοιες πατέντες αντιβαίνουν, φυσικά, στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές για την καλή νομοθέτηση. Ακόμη χειρότερα, αντιβαίνουν στην κοινή λογική. Ας μην απορούμε λοιπόν με τα ευτράπελα που ανακύπτουν, όπως πρόσφατα με τον νόμο του ΟΠΕΚΕΠΕ και τα μερεμέτια που επέφερε στη δικονομία των οικογενειακών διαφορών. Τα κακά της κακής νομοθέτησης είναι διαχρονικά και βαθύτερα, παρότι καταγράφεται βελτίωση τα τελευταία χρόνια.

Εδώ και μισόν αιώνα, η Βουλή παράγει διατάξεις τάχιστα, αν όχι αβασάνιστα. Το μοντέλο αυτό είναι παιδί της Μεταπολίτευσης. Απηχεί μία από τις καραμανλικές προτεραιότητες του Συντάγματος του 1975: να μειωθούν οι αγκυλώσεις του παρελθόντος, που επέτειναν την ακυβερνησία και χρησιμοποιούνταν ως άλλοθι ώστε οι αποφάσεις να λαμβάνονται μακριά από το Κοινοβούλιο. Ακόμη και έτσι, πάντως, το Σύνταγμα θέτει σαφή όρια: το άρθρο 74, παράγραφος 5, απαγορεύει να «εισάγονται προς συζήτηση» τα νομοσχέδια που περιέχουν «διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους», καθώς και οι άσχετες προσθήκες ή τροπολογίες. Μόνο που το συγκεκριμένο άρθρο ουδέποτε εφαρμόστηκε πιστά για ένα λόγο: τα δικαστήρια ελέγχουν αποκλειστικά την «ουσιαστική» συνταγματικότητα, το περιεχόμενο δηλαδή των νόμων· όχι τη διαδικασία με την οποία αυτοί ψηφίζονται. Η τήρησή της θεωρείται εσωτερικό ζήτημα της Βουλής. Με μία φράση, το ίδιο το Σύνταγμα θέτει σε κατάσταση ηθικού κινδύνου τον εγγυητή της καλής νομοθέτησης, την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Γιατί να σεβαστώ τα όρια ταχύτητας και τους κόκκινους σηματοδότες όταν κανείς δεν θα με σταματήσει αν αδιαφορήσω;

Οι προφανείς συνέπειες της βιασύνης εντοπίζονται στην ποιότητα της νομοθεσίας. Η συγκριτική έρευνα αποκαλύπτει το εξής παράδοξο: συστήματα στα οποία είναι δύσκολο να ψηφισθεί ένας νόμος ή το αντίστοιχό του, όπως οι ΗΠΑ ή η Ευρωπαϊκή Ενωση, παράγουν καλύτερους και μακροβιότερους κανόνες. Οσο πιο επίπονη και παρατεταμένη είναι η εγκυμοσύνη (γιατί εμπλέκονται περισσότερα σώματα, τεχνοκράτες ή πολιτικοί παίκτες) τόσο υγιέστερο αποδεικνύεται το κανονιστικό τέκνο. Στην Ελλάδα, που γεννάμε μνημόνια με ένα άρθρο και έναν πόνο, συμβαίνει το αντίθετο. Το άρθρο του ν. 5264/2025 για τις γονικές διαφορές που προκάλεσε τόσο ντόρο, είναι ιδιαίτερα κακογραμμένο. Θα καταργηθεί ή τροποποιηθεί κάποια στιγμή στα πεταχτά, όπως ακριβώς δημιουργήθηκε.

Τα δικαστήρια ελέγχουν αποκλειστικά την «ουσιαστική» συνταγματικότητα, το περιεχόμενο δηλαδή των νόμων· όχι τη διαδικασία με την οποία αυτοί ψηφίζονται.

Η κακή νομοθέτηση υπονομεύει συνολικά το θεσμικό οικοδόμημα. Σε ένα σύστημα όπως το δικό μας, το οποίο δίνει λευκή επιταγή στον νικητή των βουλευτικών εκλογών, οι διαδικασίες καλής διακυβέρνησης καλύπτουν κάπως το έλλειμμα σε αντίβαρα. Λειτουργούν ως ανάχωμα στις αυθαιρεσίες από την υπερσυγκέντρωση της εξουσίας. Την ίδια στιγμή, προστατεύουν και εκείνους που την ασκούν. Διότι ο ηθικός κίνδυνος των άσχετων τροπολογιών δεν μολύνει μόνο τους πολιτικούς, αλλά τους πάντες. Πίσω από τις νομοθετικές «τσόντες» δεν κρύβονται μόνον όσοι κατοικούν στο ρετιρέ (δημόσια πρόσωπα, ολιγάρχες ή πολυεθνικές) αλλά και οι υπόλοιποι όροφοι (τοπικά συμφέροντα, επαγγελματικές συντεχνίες, ακόμη και κοινοί θνητοί μερικές φορές). Πώς να αντιταχθεί ένας υπουργός σε φωτογραφικές ρυθμίσεις, από όπου και εάν προέρχονται, όταν όλοι τις θεωρούν παιχνιδάκι; Οι πελάτες θα δυσαρεστηθούν. Για κάθε μία φωτογραφία που τρυπώνει στα νομοθετικά κείμενα υπάρχουν δεκάδες που, ευτυχώς, αποτρέπονται.

Ενα τόσο καθετοποιημένο πρόβλημα σύγκρουσης συμφερόντων δεν έχει προφανή λύση. Ούτε μπορεί να επαφίεται στο μεγαλείο των κυβερνώντων, να δεθούν από μόνοι τους στο κατάρτι όπως ο Οδυσσέας. Σε ένα πελατειακό σύμπαν, ο διαδικαστικός αυτοπεριορισμός –το να πει κανείς τέρμα στις άσχετες τροπολογίες όταν δεν είναι αντιπολίτευση– έχει πολιτικό κόστος. Χρειάζονται νομικά εργαλεία, ώστε τέτοιες διατάξεις να κρίνονται ανίσχυρες από τη Δικαιοσύνη. Τούτο θα γίνει μόνο με συνταγματική αναθεώρηση ή –πολύ πιο δύσκολο– με μια, οριακά υποστηρίξιμη, διεύρυνση του συνταγματικού ελέγχου που ασκούν τα δικαστήρια.

*Ο κ. Γιώργος Δελλής είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT