Εχουμε άραγε μάθει κάτι από την υπόθεση των Ιμίων; Εχουν μπει τα διδάγματα στο DNA του ελληνικού κράτους, έτσι ώστε να είναι διαφορετική η διαχείριση της επόμενης κρίσης;
Ας δούμε ποιες ήταν οι βασικές παθογένειες και αν έχουν θεραπευθεί:
Το γεγονός ότι δεν υπήρξε έγκαιρη προειδοποίηση και δεν κάθισαν γύρω από ένα τραπέζι άμεσα υπηρεσιακά στελέχη των αρμοδίων υπουργείων, για να επεξεργαστούν σενάρια και ένα σχέδιο. Εδώ, παρά τη δημιουργία του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, η εμπειρία του επεισοδίου στην Κάσο έδειξε ότι απαιτείται καλύτερος συντονισμός μεταξύ υπουργείων και αρμοδίων υπηρεσιών, που θα βασίζεται σε μία θεσμική λειτουργία, όχι στο αν «ο Δημήτρης ξέρει τον Σταύρο και τον ενημέρωσε».
Το κομβικό σημείο στη γένεση του επεισοδίου ήταν η απόφαση να μπει μια επίσημη ελληνική σημαία στα Ιμια στη θέση μιας «ιδιωτικής» τουρκικής, που είχαν τοποθετήσει Τούρκοι δημοσιογράφοι. Η σχετική απόφαση ήταν κρίσιμη, αλλά δεν ήταν προϊόν ψύχραιμης και θεσμικής διαβούλευσης. Εδώ τα πράγματα έχουν αλλάξει αρκετά, καθώς τόσο η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων όσο και οι κορυφαίοι πολιτικοί χειριστές φροντίζουν να έχουν τακτική εικόνα και να μην κάνουν κινήσεις κλιμάκωσης χωρίς να υπάρχει σχέδιο. Το τι αναλαμβάνει, π.χ., σαν αποστολή το Ναυτικό και τι το Λιμενικό είναι σημαντικό και το γνωρίζουν οι βασικοί παίκτες.
Η έλλειψη διακλαδικότητας ήταν μία ακόμη εμφανής παθογένεια. Παρά την πρόσφατη τραυματική παρένθεση, η σημερινή πολιτική και στρατιωτική ηγεσία έχουν αποδώσει τεράστια σημασία σε αυτόν τον τομέα και η πρόοδος είναι εμφανής.
Η απουσία μόνιμης φρουράς σε μεγάλες βραχονησίδες που οι Τούρκοι θεωρούν γκρίζες ζώνες ήταν ένα μεγάλο μειονέκτημα το 1996. Αυτό έχει αλλάξει.
Η έλλειψη εξοικείωσης των πολιτικών με βασικά εργαλεία, όπως είναι οι κανόνες εμπλοκής, τα σενάρια πολέμου κ.λπ. Στο πλαίσιο της έρευνας για τα Ιμια, έμαθα ότι τον πρωθυπουργό στις σχετικές εθνικές ασκήσεις υποδυόταν ένας δημοσιογράφος της κρατικής τηλεόρασης. Αντιλαμβανόμαστε ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει και ότι γίνονται προσομοιώσεις πίσω από κλειστές, προφανώς, πόρτες, μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Δεν έχουμε, πάντως, φτάσει στο σημείο όπου παρόμοιες ασκήσεις και ενημερώσεις συνιστούν «τυφλοσούρτη», που είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν η επόμενη και η μεθεπόμενη κυβέρνηση.
Στα Ιμια φάνηκε, επίσης, ότι κάτω από τον ΓΕΕΘΑ υπήρχαν ανώτατοι αξιωματικοί που όφειλαν τις θέσεις τους στο κόμμα, όχι στα προσόντα τους. Αυτό, με ελάχιστες εξαιρέσεις, άλλαξε από τότε. Σπανίως έχουμε πλέον τέτοιες περιπτώσεις, και τα Ιμια διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στο να σπάσει εκείνος ο μοιραίος φαύλος κύκλος των κομματικών τοποθετήσεων και των άδικων αποστρατειών.
Εχουμε μάθει, συνεπώς, αρκετά, όμως έχουμε δρόμο ακόμη. Δεν είμαστε μια χώρα που μας αρέσει να λειτουργούμε με διαδικασίες και απρόσωπους μηχανισμούς, αν και διαθέτουμε τους απαραίτητους επαγγελματίες που ξέρουν τι να κάνουν κατά την κρίσιμη στιγμή. Αρκεί να μπορούν να λειτουργούν βάσει κανόνων και διαδικασιών, ασχέτως του ποιος κυβερνά τον τόπο.

