H Ευρώπη χρειάζεται τη δική της πυρηνική αποτροπή

H Ευρώπη χρειάζεται τη δική της πυρηνική αποτροπή

5' 15" χρόνος ανάγνωσης

Η νορβηγική τηλεοπτική σειρά Okkupert (Occupied), που προβάλλεται στο Netflix, ξεκινάει με μια ανατριχιαστική υπόθεση: σε ένα κοντινό μέλλον, η Ρωσία, με τη σιωπηρή συναίνεση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, καταλαμβάνει τη Νορβηγία για να πάρει τον έλεγχο των πλούσιων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου της Βόρειας Θάλασσας. Η πλοκή συνιστά έναν στοχασμό πάνω στην κυριαρχία, στον κατευνασμό και στην ευαλωτότητα των μικρών χωρών απέναντι σε κολοσσούς διψασμένους για φυσικούς πόρους. Πριν από μια δεκαετία αυτό θα αποτελούσε μια συναρπαστική μυθοπλασία. Σήμερα διαβάζεται σαν προφητεία έμπλεη ειρωνείας. Η πιο σαφής απειλή για τα σκανδιναβικά εδάφη δεν προέρχεται από τον ρεβανσισμό της Μόσχας, αλλά από τη συναλλακτική διπλωματία της Ουάσιγκτον, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος εποφθαλμιά τους τεράστιους πόρους της Γροιλανδίας και δηλώνει ότι σκοπεύει να την προσαρτήσει.

Η πίεση του Τραμπ να αποσπάσει αυτή την αυτόνομη περιοχή από τη Δανία υπογραμμίζει μια τρομερή αλήθεια: η κοινή αντίληψη της μεταπολεμικής τάξης έχει πεθάνει, όπως εύγλωττα διακήρυξε ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ. Οτι οι ΗΠΑ θα προστατεύουν την εδαφική ακεραιότητα των συμμάχων τους δεν είναι πλέον δεδομένο. Οπως διέγνωσε πρόσφατα με ωμή σαφήνεια ο συνάδελφός μου στο Ινστιτούτο Hoover, ο ιστορικός Τίμοθι Γκάρτον-Ας: «Η Δύση ανήκει στην Ιστορία. Οπλιστείτε για έναν μετα-δυτικό κόσμο ανελεύθερης διεθνούς αταξίας».

Για δεκαετίες η Ευρώπη υπήρξε case study στρατηγικής αβελτηρίας. Ο θεσμικός της σχεδιασμός, που απαιτεί ομοφωνία για ουσιαστική δράση, προκάλεσε παράλυση κατά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990 και, σ’ αυτόν τον αιώνα, μια ανεπαρκή αντίδραση στη ρωσική επιθετικότητα στη Γεωργία, στην Κριμαία και την Ουκρανία. Εδώ και μισό αιώνα απέτυχε να επιλύσει το Κυπριακό, αφήνοντας ένα μόνιμο ρήγμα ανάμεσα σε δύο μέλη του ΝΑΤΟ: την Ελλάδα και την Τουρκία. Αυτές οι αποτυχίες ήταν πάντοτε θλιβερές, αλλά σημειώθηκαν υπό την ομπρέλα ασφαλείας των ΗΠΑ, που όλα τα συγχωρεί. Αυτή η ομπρέλα είναι πλέον διάτρητη και η καταιγίδα πλησιάζει.

Αυτό με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Ευρώπη, για να διασφαλίσει την κυριαρχία της, πρέπει να εξετάσει το αδιανόητο: την ανάπτυξη δικών της τακτικών πυρηνικών όπλων, υπό ενιαία ευρωπαϊκή διοίκηση, ανεξάρτητη από το ΝΑΤΟ.

Φρίττω γράφοντας αυτές τις λέξεις. Είμαι τέκνο μιας κουλτούρας, που επί 75 χρόνια περιόριζε τη διάδοση των πυρηνικών, δεν την ενθάρρυνε. Ο κόσμος ήταν ασφαλέστερος με λιγότερους πυρηνικούς παίκτες. Κι όμως, η Ευρώπη διολισθαίνει σταδιακά σε ένα συγκρότημα επιρροής των μεγάλων δυνάμεων, με τη μοίρα της να υπαγορεύεται από τους υπολογισμούς της Ουάσιγκτον, της Μόσχας και του Πεκίνου.

Το να υποστηρίξει κανείς μια νέα πυρηνική Ευρώπη σημαίνει να αναγνωρίσει αυτό το φρικτό ρίσκο. Σημαίνει να πιστέψει ότι η στρατηγική ευαλωτότητα αποτελεί μεγαλύτερη απειλή από τους τρομακτικούς κινδύνους της κατοχής πυρηνικών.

Οι πιθανότητες να τα καταφέρει η Ευρώπη φαίνονται μικρές. Τι θα σήμαινε αυτό για το ΝΑΤΟ; Ποιες χώρες θα καλύπτονταν; Θα μπορούσε ο γαλλογερμανικός άξονας –που τόσο συχνά «κολλάει» σε ζητήματα πολύ λιγότερο υπαρξιακά, όπως οι αγροτικές επιδοτήσεις και οι δημοσιονομικοί κανόνες– να συμφωνήσει στη διαχείριση και τον έλεγχο των πυρηνικών; Το εγχείρημα θα απαιτούσε ένα επίπεδο εμπιστοσύνης και μια κοινή μοίρα που η Ευρώπη δεν έχει ποτέ καταφέρει να πετύχει.

Η Γαλλία θα παρείχε την πυρηνική πρωτοκαθεδρία και τεχνογνωσία και η Γερμανία θα προσέφερε τον χρηματοοικονομικό και βιομηχανικό κινητήρα της.

Ακόμη χειρότερα, μια ενιαία ευρωπαϊκή δομή διοίκησης θα έπρεπε να αντιμετωπίσει εσωτερικούς «δολιοφθορείς» που υπονομεύουν τη συλλογική ασφάλεια. Πώς θα μπορούσε η Ευρώπη να εμπιστευθεί τους πυρηνικούς της κωδικούς σε ένα συμβούλιο στο οποίο συμμετέχουν ηγέτες όπως ο Βίκτορ Ορμπαν της Ουγγαρίας ή ο Ρόμπερτ Φίτσο της Σλοβακίας, των οποίων οι συμπάθειες συχνά φαίνεται να ευθυγραμμίζονται περισσότερο με τη Μόσχα; Η χρήση των υφιστάμενων δομών της Ε.Ε. για ένα τόσο βαρύ εγχείρημα είναι εκ προοιμίου αδύνατη.

Η προβληματική αρχιτεκτονική τού σήμερα παραπέμπει σε ένα ιδεατό υπόδειγμα από το παρελθόν της Ευρώπης. Η αρχική Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) σφυρηλατήθηκε στον απόηχο ενός ολοκληρωτικού πολέμου, με στόχο να καταστήσει έναν νέο ευρωπαϊκό πόλεμο αδύνατο, μέσω της κοινής διαχείρισης των εργαλείων του πολέμου. Τώρα η Ευρώπη χρειάζεται έναν νέο, παράλληλο οργανισμό για να καταστήσει την υποταγή της αδύνατη – αυτή τη φορά μέσω της κοινής διαχείρισης του ύστατου εργαλείου κυριαρχίας.

Μια νέα Ευρωπαϊκή Κοινότητα Αποτροπής (European Deterrence Community – EDC), που θα λειτουργεί εκτός της Ε.Ε. και παράλληλα με το ΝΑΤΟ, θα μπορούσε να συγκροτηθεί από τα έξι ιδρυτικά μέλη της ΕΚΑΧ. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, το Βέλγιο, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο διαθέτουν από κοινού την κρίσιμη μάζα βιομηχανικής ισχύος, οικονομικής δύναμης και πολιτικής βούλησης. Μια τέτοια δομή θα απομόνωνε τον σκόπελο των «προβληματικών παιδιών»· δεν θα υπήρχαν Ορμπαν ή Φίτσο για να μπλοκάρουν την πρόοδο. Η Γαλλία θα παρείχε την πυρηνική πρωτοκαθεδρία και τεχνογνωσία. Αυτό δεν θα σήμαινε την εγκατάλειψη της ανεξάρτητης πυρηνικής της δύναμης κρούσης, αλλά μια τεράστια ενίσχυση του στρατηγικού της βάρους. Η Γερμανία, από την πλευρά της, θα προσέφερε τον χρηματοοικονομικό και βιομηχανικό κινητήρα της, εκπληρώνοντας επιτέλους τη δική της ιστορική καμπή (Zeitenwende) σε ένα ευρωπαϊκό –και όχι καθαρά εθνικό– πλαίσιο.

Αυτός ο πυρήνας δεν θα ήταν φρούριο, αλλά θεμέλιο. Νέα μέλη θα μπορούσαν να ενταχθούν μόνο εφόσον πληρούν κριτήρια βιομηχανικής ικανότητας, δημοκρατικής σταθερότητας και ακλόνητης δέσμευσης στη συλλογική άμυνα. Τα σκανδιναβικά κράτη, με τη στρατηγική τους διαύγεια και την τεχνολογική τους υπεροχή, θα ήταν οι προφανείς επόμενοι υποψήφιοι. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να παραμείνει σε απόσταση, αναγκασμένο να αποφασίσει αν θέλει μια ουσιαστική συμμετοχή στην ηπειρωτική ασφάλεια ή ένα μέλλον επίχρυσης απομόνωσης. Πάνω απ’ όλα, τα κράτη της πρώτης γραμμής δεν θα ήταν ιδρυτικά μέλη – ένα επώδυνο αλλά ρεαλιστικό βήμα για να αποφευχθεί η άμεση, καταστροφική κλιμάκωση με τη Ρωσία. Αντ’ αυτού, η αποτρεπτική «ομπρέλα» της EDC θα μπορούσε μελλοντικά να επεκταθεί πάνω τους εγκαινιάζοντας έναν πιο σταθερό και αμυντικά ανθεκτικό πυρήνα.

Τα εμπόδια είναι τεράστια, όμως αυτό το μοντέλο προσφέρει μια πειστική –αν και επίπονη– διαδρομή για την προστασία της Ευρώπης, την αποτροπή των μεγάλων δυνάμεων (συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ) και τη σταθεροποίηση ενός κόσμου που έχει εκτραπεί από τον άξονά του. Θα απαντούσε στο «ερώτημα Τραμπ» για το αν η Ευρώπη μπορεί αξιόπιστα να αποτρέψει οποιοδήποτε άλλο κράτος έχει βλέψεις στη Γροιλανδία, στις βαλτικές χώρες ή σε οποιαδήποτε άλλα ευρωπαϊκά υπερπόντια εδάφη. Υπό οποιονδήποτε μεταπολεμικό Αμερικανό πρόεδρο –από τον Χάρι Σ. Τρούμαν έως τον Τζο Μπάιντεν (συμπεριλαμβανομένου του σχετικά συγκρατημένου Τραμπ της πρώτης θητείας)– κάτι τέτοιο δεν θα είχε καταστεί αναγκαίο. Είναι μια φρικτή επιλογή, αλλά στον ανελεύθερο μετα-δυτικό κόσμο, ίσως είναι η μόνη.

*Ο κ. Μάρκος Κουναλάκης είναι ερευνητής στο Ινστιτούτο Hoover του Πανεπιστημίου Στάνφορντ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT