Το Συντηρητικό Κόμμα της Βρετανίας αρέσκεται να αυτοχαρακτηρίζεται ως το παλαιότερο πολιτικό κόμμα στον κόσμο. Ορισμένοι ιστορικοί εντοπίζουν τις απαρχές του στο 1834. Ο όρος «Τόρι», με τον οποίο είναι επίσης γνωστοί οι Συντηρητικοί, είναι ακόμη παλαιότερος: προερχόταν από ιρλανδική αργκό και σήμαινε «κλέφτης αγελάδων», αποτελώντας ύβρι που αποδιδόταν στο κόμμα του βασιλιά, στις πολιτικές συγκρούσεις με το Κοινοβούλιο στα τέλη του 17ου αιώνα.
Με την πάροδο των χρόνων, το κόμμα βρέθηκε αρκετές φορές κοντά στην εξαφάνιση. Το 1846 διασπάστηκε λόγω του ελευθέρου εμπορίου και παρέμεινε εκτός εξουσίας για σχεδόν 30 χρόνια. Σχεδόν εξαφανίστηκε ξανά το 1906, έπειτα από νέα διάσπαση, και πάλι για το ελεύθερο εμπόριο. Πιο πρόσφατα, πολλοί αναρωτήθηκαν εάν θα μπορούσε να ανακάμψει μετά τη συντριπτική ήττα του 1997 από τον Τόνι Μπλερ, αυτή τη φορά εξαιτίας του διχασμού για το ζήτημα της Ευρώπης.
Τώρα, ωστόσο, οι Συντηρητικοί αντιμετωπίζουν ίσως τη σοβαρότερη κρίση στην ιστορία τους. Το πρόβλημά τους δεν είναι μόνο ότι στις εκλογές του 2024 περιορίστηκαν σε 121 έδρες στη Βουλή των Κοινοτήτων των 650 εδρών –το χαμηλότερο σύνολο που έχουν καταγράψει ποτέ– πληρώνοντας το τίμημα έξι χαοτικών ετών κακοδιοίκησης υπό πέντε πρωθυπουργούς. Το πρόβλημα είναι ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ανταγωνιστική δύναμη στα δεξιά τους: το Reform του Νάιτζελ Φάρατζ.
Ορισμένοι υποστηρικτές των Τόρις προσπάθησαν να πείσουν τον εαυτό τους ότι η αποχώρηση «ενοχλητικών» δεξιών στελεχών θα μπορούσε να ωφελήσει το κόμμα, επιτρέποντάς του να παρουσιάσει το Reform ως καταφύγιο αποτυχημένων πολιτικών. Αλλοι υποστήριξαν ότι αυτές οι αποχωρήσεις έδωσαν στην Κέμι Μπέιντενοκ, επικεφαλής των Συντηρητικών, την ευκαιρία να επαναφέρει το κόμμα στο εκλογικά γόνιμο κεντρώο έδαφος, όπου, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, υπάρχουν περίπου επτά εκατομμύρια πολιτικά «άστεγοι» ψηφοφόροι.
Το πρόβλημα της Μπέιντενοκ, όμως, είναι ότι στα μάτια των ψηφοφόρων ολόκληρο το Συντηρητικό Κόμμα αποτελείται από αποτυχημένους πολιτικούς. Παράλληλα, έχει καταστήσει σαφές ότι δεν σκοπεύει να επαναφέρει το κόμμα στο Kέντρο, προτιμώντας να επικεντρωθεί στην επανάκτηση του ενός τετάρτου των ψηφοφόρων των Τόρις στις τελευταίες εκλογές, οι οποίοι πλέον δηλώνουν ότι στηρίζουν το Reform. Επιπλέον, οι περισσότεροι από αυτούς τους «πολιτικά άστεγους» κεντρώους ψηφοφόρους απομακρύνθηκαν από τους Τόρις λόγω του Brexit. Είναι απίθανο να επιστρέψουν στους Συντηρητικούς έως ότου το κόμμα αναγνωρίσει ότι το Brexit υπήρξε ένα καταστροφικό λάθος. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί με αρχηγό την Μπέιντενοκ, η οποία είναι υπέρμαχος του Brexit.
Το γεγονός ότι ο Φάρατζ είναι ο ωφελημένος από την αποτυχία του Brexit είναι βαθιά ειρωνικό. Ουδείς έπαιξε μεγαλύτερο ρόλο στην υλοποίησή του.
Το γεγονός ότι ο Φάρατζ είναι ο ωφελημένος από την αποτυχία του Brexit είναι βαθιά ειρωνικό. Kανείς δεν έπαιξε μεγαλύτερο ρόλο στην υλοποίησή του. Στην προηγούμενη πολιτική του ενσάρκωση, ως αρχηγού του ευρωσκεπτικιστικού UK Independence Party, ο Φάρατζ ηγήθηκε των πιέσεων για δημοψήφισμα σχετικά με τη συμμετοχή της Βρετανίας στην Ε.Ε., αποτελώντας τέτοια εκλογική απειλή για τους Συντηρητικούς ώστε ο τότε πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον αισθάνθηκε υποχρεωμένος να υποχωρήσει. Μετά το δημοψήφισμα, ίδρυσε το Κόμμα του Brexit για να προωθήσει τη σκληρότερη δυνατή ρήξη με την Ε.Ε.
Στην πραγματικότητα, ο Φάρατζ οφείλει την επιστροφή του στην πολιτική πρώτη γραμμή, ως ιδρυτής του Reform, στις συνέπειες αυτού του σκληρού Brexit. Καθώς ο Μπόρις Τζόνσον προσπαθούσε να διαχειριστεί τις συνέπειες της αποχώρησης της Βρετανίας από την τελωνειακή ένωση και την ενιαία αγορά της Ε.Ε., βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα εντελώς απροσδόκητο πρόβλημα. Ο τερματισμός της ελεύθερης μετακίνησης προσώπων μεταξύ Βρετανίας και Ε.Ε., βασικό αίτημα των Brexiteers, οδήγησε σε μαζική έξοδο Ευρωπαίων από το εργατικό δυναμικό του Ηνωμένου Βασιλείου, αφήνοντας ολόκληρους κλάδους με σοβαρές ελλείψεις εργαζομένων.
Η απάντηση του Τζόνσον ήταν η ριζική χαλάρωση των προϋποθέσεων για τη χορήγηση βίζας σε αλλοδαπούς εργαζομένους. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό που ενδέχεται να αποτελεί το μεγαλύτερο εθελοντικό άνοιγμα συνόρων από οποιαδήποτε χώρα στη σύγχρονη Ιστορία – το φαινόμενο που έγινε γνωστό ως «Boriswave». Μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια, 4,8 εκατομμύρια άνθρωποι ήρθαν στη Βρετανία, εκ των οποίων 2,55 εκατομμύρια παραμένουν και σήμερα, οι περισσότεροι προερχόμενοι από την Ινδία και την Αφρική. Ο Φάρατζ εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία για να επανέλθει στην πολιτική σκηνή με μια σφοδρά αντιμεταναστευτική ατζέντα.
Η καλύτερη ελπίδα των Τόρις πλέον είναι ότι το Reform θα καταρρεύσει, καθώς ο Φάρατζ θα συγκρουστεί με τα νέα του στελέχη. Εναλλακτικά, η Μπέιντενοκ ελπίζει ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σημερινή, βαθιά αντιδημοφιλής κυβέρνηση των Εργατικών θα προκαλέσουν εκ νέου μετατόπιση του πολιτικού εκκρεμούς υπέρ των Συντηρητικών. Το πρόβλημά της, όμως, είναι ότι το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα της Βρετανίας δεν είναι σχεδιασμένο για έναν κόσμο όπου πέντε κόμματα ανταγωνίζονται για τις ψήφους στην Αγγλία, ενώ δύο εθνικιστικά κόμματα προηγούνται στις δημοσκοπήσεις στη Σκωτία και στην Ουαλλία.
Μέχρι στιγμής, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο θα είναι οι Συντηρητικοί εκείνοι που θα επικρατήσουν. Οι Τόρις αγκάλιασαν το Brexit ως ένα τέχνασμα για να ενώσουν τη Δεξιά και να εξουδετερώσουν την απειλή του Φάρατζ. Αντί γι’ αυτό, ενδέχεται τελικά να αποδειχθεί η πηγή της ίδιας τους της κατάρρευσης.
*Ο κ. Σάιμον Νίξον είναι ανεξάρτητος σχολιαστής και εκδότης του ενημερωτικού δελτίου Wealth of Nations στο Substack.

