Δύο πολιτικά σκέλη έχει η διαβόητη τροπολογία περί οικογενειακού δικαίου που εισήχθη από την κυβέρνηση στο άσχετο νομοσχέδιο για τον ΟΠΕΚΕΠΕ: ένα προσωπικό κι ένα συλλογικό. Προσωπικό είναι το προφανές: το συμφέρον της υπουργού Ολγας Κεφαλογιάννη, που φέρεται να εξυπηρετήθηκε φωτογραφικά από την επίμαχη νομοθετική ρύθμιση. Είναι άραγε τυχαίο πως η τροπολογία προέκυψε όταν τη χρειάστηκε η πολιτικός; Είναι τυχαίο ότι ήταν η πρώτη που επωφελήθηκε από αυτήν, στο πλαίσιο των δικαστικών διαφορών που έχει με τον πατέρα των παιδιών της; Η υπουργός περιμένει να πιστέψουμε πως είναι, και ακολούθως να συμφωνήσουμε ότι κάνει χρήση της ρύθμισης γιατί «δεν έχει λιγότερα δικαιώματα από οποιονδήποτε πολίτη λόγω της ιδιότητάς της». Σαφώς και δεν έχει· έχει περισσότερα. Ο πολίτης δεν έχει το δικαίωμα να νομοθετεί σύμφωνα με τις ατομικές ανάγκες του. Ψηφίζει όμως πολιτικούς που το κάνουν, και αυτό μας φέρνει στο συλλογικό σκέλος: Γιατί προωθήθηκε και ψηφίστηκε μια τόσο οφθαλμοφανώς χρησιμοθηρική ρύθμιση κι έπειτα καλύφθηκε κιόλας πολιτικά από την παράταξη της ευνοημένης υπουργού; Επειδή οι φωτογραφικές διατάξεις δεν είναι κάτι καινούργιο ή αμιγώς νεοδημοκρατικό. Η πρόχειρη, ύποπτη ή μεθοδευμένη νομοθέτηση, με τροπολογίες ή χωρίς, είναι μια πρακτική που το πολιτικό σύστημα έχει αγκαλιάσει χρόνια τώρα και το εκλογικό σώμα έχει νομιμοποιήσει ηθικά, επιβραβεύοντας τους εφαρμοστές της διά της ψήφου του. Αν αναρωτιέται κανείς γιατί η υπόθεση δεν έχει αναχθεί σε μείζον σκάνδαλο (όπως τόσες άλλες πριν από αυτήν, δικαίως ή αδίκως), ο λόγος είναι ότι, δυστυχώς, εντάσσεται στο κοινοβουλευτικό «business as usual». Δεν εντυπωσιάζει κανέναν ιδιαίτερα.
Πόλεμοι γονέων
Πρέπει, όμως, να αναλογιστεί κανείς και την ουσία του ζητήματος, λένε κάποιοι. Η φωτογραφική διάταξη καλό είναι να εξετάζεται σε συνδυασμό με το υπόβαθρο της διένεξης της υπουργού με τον τέως σύζυγο, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των ευρύτερων νομικών και ηθικών ζητημάτων που η διένεξη αναδεικνύει. Ο πυρήνας του προβλήματος είναι ο νόμος περί υποχρεωτικής συνεπιμέλειας: μια μονολιθική και οριζόντια ρύθμιση που, αποβλέποντας στην ισότητα των γονέων, καταλήγει συχνά στην εξουθένωση των τέκνων. Το ζήτημα δεν έχει να κάνει μόνο με τις ακραίες παρενέργειες της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας (με περιπτώσεις, δηλαδή, κακοποιητικών γονέων που αποκτούν αυτοδικαίως ισότιμη «πρόσβαση» στην επιμέλεια), αλλά και με το καθεστώς που δημιουργεί υπό πιο φυσιολογικές συνθήκες, όπως αυτές στις οποίες ενδεχομένως εδράζεται η υπόθεση της υπουργού. Το 50-50 που φαινομενικά σηματοδοτεί μια εποχή δίκαιης γονικής συμπερίληψης, σε πρακτικό επίπεδο εισηγείται τη διχοτόμηση της ζωής του παιδιού: δύο σπίτια, δύο κρεβάτια, δύο περιβάλλοντα ανατροφής (πιθανώς απομακρυσμένα), δύο παράλληλες πραγματικότητες, που καταργούν τη συνεκτική ρουτίνα την οποία ένα ανήλικο άτομο χρειάζεται για να νιώσει ασφάλεια και ηρεμία. Ο,τι είναι τυπικά δίκαιο για τους γονείς, δεν αποβαίνει απαραιτήτως ωφέλιμο για το παιδί τους· υπ’ αυτή την έννοια, οι προσπάθειες διόρθωσης των ελαττωμάτων του νόμου είναι θεωρητικά θεμιτές.
Ο τρόπος έχει σημασία
Τα αντισταθμίσματα ενός κακού ή έστω προβληματικού νομοθετήματος, ωστόσο, δεν είναι λογικό να δημιουργούνται εν κρυπτώ, χωρίς καθαρές κουβέντες και διαφανείς διαδικασίες, διαφορετικά κινδυνεύουν να βλάψουν τον ίδιο τους τον σκοπό. Είναι αλήθεια ότι η Ολγα Κεφαλογιάννη είχε καταψηφίσει τον νόμο για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια το 2021, επομένως το ενδιαφέρον της για το θέμα δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στα συγκυριακά διακυβεύματα της ιδιωτικής ζωής της. Πόσες φορές, όμως, έκτοτε επανέφερε στην επικαιρότητα τις ενστάσεις της; Πόσες φορές δοκίμασε να μετριάσει νομοθετικά τις επιπτώσεις της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας, μέχρι αυτές να της χτυπήσουν την πόρτα; Εχει ενδιαφέρον ότι η τροπολογία ψηφίστηκε χωρίς να γίνει αντιληπτή από την αντιπολίτευση. Ηταν ο τέως σύζυγος της υπουργού αυτός που την αντελήφθη και την επισήμανε, δίνοντας στους αντικυβερνητικούς σκανδαλοθήρες μασημένη την τροφή που όφειλαν να έχουν συλλέξει μόνοι τους. Η αντιπολιτευτική αδράνεια εξηγεί την κυβερνητική θρασύτητα, σε όλες τις εκφάνσεις της. Μια κυβέρνηση ανέλεγκτη εύκολα γίνεται ανεξέλεγκτη.

