Είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς πόσο σημαντικός παράγοντας παραμένει η θρησκεία στη διαμόρφωση πολιτικών πεποιθήσεων στην Ελλάδα. Και αυτό για δύο λόγους.
Πρώτον, η ελληνική περίπτωση αποκλίνει από τη δυτικοευρωπαϊκή. Το κύμα της εκκοσμίκευσης που ακολούθησε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έφτασε και εδώ, αλλά με τη γνωστή καθυστέρηση. Τα ποσοστά όσων δηλώνουν «πολύ» ή «αρκετά» θρησκευόμενοι παραμένουν υψηλά. Βέβαια, αυτή η δηλωμένη πίστη δεν συνοδεύεται από την αντίστοιχη εκδήλωση αυτού του συναισθήματος – δηλαδή την εκκλησιαστική προσέλευση. Εκεί η Ελλάδα καταγράφει επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από καθολικές χώρες, όπως η Ιρλανδία και η Πολωνία, και πολύ πιο κοντά σε κοσμικές κοινωνίες, όπως η Ολλανδία και η Τσεχία.
Εδώ εμφανίζεται το πρώτο ελληνικό παράδοξο. Παρά τη διαρκή πτώση της εκκλησιαστικής συμμετοχής, το θρησκευτικό συναίσθημα παραμένει βαθιά ενσωματωμένο στην καθημερινότητα και στη σχέση μας με το κράτος. Aπό τις εικόνες στις σχολικές αίθουσες μέχρι την πολιτική ηγεσία που παραλαμβάνει το Αγιο Φως, το να είσαι χριστιανός ορθόδοξος στην Ελλάδα μοιάζει λιγότερο με ατομική επιλογή και περισσότερο με διαδικασία κοινωνικοποίησης.
Ο δεύτερος λόγος αφορά τον τρόπο με τον οποίο η θρησκεία τέμνει τις ιδεολογικές γραμμές. Από τους ιερωμένους καπετάνιους του ΕΛΑΣ μέχρι τους πολιτικούς εξόριστους που έψελναν στις κοινές θρησκευτικές γιορτές στα νησιά του Αιγαίου, το θρησκευτικό συναίσθημα πάντα διαπερνούσε –έστω εν μέρει– τη διαίρεση Αριστεράς – Δεξιάς. Οταν λίγο-πολύ όλοι είμαστε «με τον τρόπο μας» χριστιανοί, πόσο μπορεί άραγε η θρησκεία να διχάσει πολιτικά;
Κι όμως, μπορεί – όταν η πολιτική ατζέντα αγγίζει ζητήματα που εκλαμβάνονται ως απειλή για το κύρος της Εκκλησίας. Οταν η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προχώρησε στη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου, οι εκλογικές επιπτώσεις ήταν περιορισμένες – εν μέρει επειδή η συζήτηση για τον διαχωρισμό Εκκλησίας – Κράτους έληξε με συνθηκολόγηση του δευτέρου στις απειλές της πρώτης. Αντίθετα, με τη ρήξη των ταυτοτήτων οι συνέπειες ήταν άμεσες: το 2004 το ΠΑΣΟΚ αύξησε τα ποσοστά του μόνο στην περιφέρεια της Ζακύνθου, εκεί όπου δρούσε ο πιο δημοφιλής αντίπαλος του Χριστόδουλου, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος. Και πρόσφατα, με τον νόμο για τον γάμο ομόφυλων ζευγαριών, η κυβέρνηση συνάντησε ηπιότερες αντιδράσεις από την Εκκλησία, αλλά είδε τα ποσοστά της στις ευρωεκλογές του 2024 να υποχωρούν αισθητά.
Οσο ο εκκλησιαστικός γίγαντας κοιμάται, η θρησκεία είναι μη ζήτημα. Οταν ξυπνά, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Και όπως φαίνεται, κάποιοι νέοι πολιτικοί φορείς προσπαθούν συνειδητά να τον ξυπνήσουν.
Πώς εξηγείται αυτή η διάκριση, μεταξύ μιας χριστιανοσύνης σχεδόν συμφυούς με την εθνική μας ταυτότητα και μιας θρησκείας που μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης; Η εξήγηση νομίζω έχει να κάνει με τη σύνδεση των δύο διαστάσεων. Το θρησκευτικό φολκλόρ δεν είναι ούτε αθώο ούτε ουδέτερο. Οταν κάτι ενσωματώνεται στην ταυτότητά μας, γίνεται δυσκολότερο να του αντισταθούμε. Πρόσφατη έρευνα για τον αντισημιτισμό στη Γερμανία δείχνει πως, κατά την πανδημία, όσοι νόσησαν από COVID εμφάνισαν υψηλότερα επίπεδα αντισημιτικών στάσεων, ακριβώς επειδή βαθιά πολιτισμικά στερεότυπα συνδέουν τους Εβραίους με την αρρώστια και τον θάνατο.
Οταν, λοιπόν, η ατζέντα αγγίζει θέματα που άπτονται της Εκκλησίας, από το ίδιο το θρήσκευμα μέχρι ζητήματα ηθικής αγνότητας και παραδοσιακών αξιών, η Εκκλησία, ή οι πολιτικοί δρώντες που μιλούν στο όνομά της, μπορούν να κινητοποιήσουν αυτές τις λανθάνουσες χριστιανικές ταυτότητες, παρουσιάζοντας την πολιτική σύγκρουση ως υπεράσπιση της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την ίδια την Εκκλησία, που ενεργοποιεί τοπικά δίκτυα και κοινωνικούς δεσμούς, λειτουργώντας ως ένας μηχανισμός κινητοποίησης από τα κάτω προς τα πάνω.
Προσπάθησα να εξετάσω, μερικώς, αυτή την υπόθεση. Χρησιμοποιώντας τον αριθμό εκκλησιών ανά δήμο από την απογραφή του 2011 και τα εκλογικά αποτελέσματα του 2019 (γιατί αυτά μόνο είχα διαθέσιμα σε επίπεδο δήμου), διαπίστωσα ότι –ακόμη και ελέγχοντας για αστικότητα και πληθυσμιακή πυκνότητα– οι δήμοι με περισσότερες εκκλησίες δίνουν χαμηλότερα ποσοστά στο ΚΚΕ και υψηλότερα στη Νέα Δημοκρατία. Τα δεδομένα είναι παλιά και δεν λένε πολλά για το σήμερα, αλλά είναι ενδεικτικά.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη σημερινή συγκυρία; Κάποτε λεγόταν ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση, ως πολιτικό ζήτημα, όχι ως οργανισμός, είναι για τα εθνικά πολιτικά συστήματα ένας «κοιμώμενος γίγαντας»: ενσωματώνει εντάσεις που μπορούν να οξύνουν το πολιτικό σκηνικό, αλλά μένουν ανενεργές. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τη θρησκεία στην Ελλάδα. Οσο ο εκκλησιαστικός γίγαντας κοιμάται, η θρησκεία είναι μη ζήτημα. Οταν ξυπνά, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Και όπως φαίνεται, κάποιοι νέοι πολιτικοί φορείς το έχουν ήδη καταλάβει – και προσπαθούν συνειδητά να τον ξυπνήσουν.
*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

