Στο ευρύ κοινό είναι άγνωστο πως, εκτός από τη μεγάλη δίκη της Νυρεμβέργης που αφορούσε τις κεφαλές του ναζισμού, διεξήχθησαν στη συνέχεια άλλες δώδεκα δίκες με κατηγορούμενους βαθμοφόρους και άνδρες των Ταγμάτων Θανάτου των SS, γνωστών με την ονομασία Einsatzgruppen, καθώς και γιατρούς και στελέχη των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ολες αυτές οι δίκες διεξήχθησαν από τις αμερικανικές αρχές στη Νυρεμβέργη, μετά την κύρια δίκη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 διεξήχθη και η δίκη των ανδρών του τάγματος 101 του Αμβούργου, μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνικό και πολιτικό κλίμα. Οι Γερμανοί είχαν ήδη κτίσει τις γραμμές άμυνάς τους απέναντι στο παρελθόν τους με δύο όπλα: τη σιωπή και τη λήθη.
Η μεγαλύτερη και πιο σημαντική δίκη από τις δώδεκα ήταν η ενάτη, αυτή που αφορούσε τους βαθμοφόρους των Ταγμάτων Θανάτου των SS, δηλαδή των κινητών μονάδων δολοφόνων που ακολουθούσαν τη Βέρμαχτ στα σοβιετικά εδάφη που καταλάμβανε. Εκεί στο τετράμηνο Ιουλίου – Νοεμβρίου 1941 δολοφονήθηκαν περίπου 100.000 Εβραίοι διά τουφεκισμού. Ηταν η πρώτη φάση του Ολοκαυτώματος, εκείνη κατά την οποία οι δολοφόνοι είχαν φυσική επαφή με τα θύματά τους. Αυτός ο τρόπος δολοφονίας ήταν οικονομικά ασύμφορος, ενώ προκαλούσε ψυχολογικά προβλήματα στους εκτελεστές. Δεν άντεχαν ακόμα και αυτοί οι φανατισμένοι SS να δολοφονούν παιδάκια με τις μητέρες τους. Στη μεταγενέστερη δίκη του τάγματος 101 του Αμβούργου έγινε γνωστό πως ένας εκτελεστής λύγισε όταν κλήθηκε να δολοφονήσει τον Εβραίο γείτονά του, ιδιοκτήτη κινηματογράφου, που τον έβαζε μέσα να δει τις ταινίες τσάμπα.
Οταν επρόκειτο το 1951 να εκτελεστούν οι τέσσερις διοικητές των Ταγμάτων Θανάτου, σχεδόν οι μισοί κάτοικοι της πόλης Λάντσμπεργκ της Βαυαρίας διαδήλωσαν στην κεντρική πλατεία για να ματαιωθούν οι εκτελέσεις.
Η δίκη των Einsatzgruppen διήρκεσε οκτώ μήνες, από τις 29 Σεπτεμβρίου 1947 έως τις 10 Απριλίου 1948, με κορυφαίες μορφές τον εισαγγελέα Μπέντζαμιν Φέρεντς (απεβίωσε το 2023 σε ηλικία 103 ετών) από τη μια πλευρά και τον Οτο Ολεντορφ από την πλευρά των κατηγορουμένων, ο οποίος ήταν διοικητής του Τάγματος Θανάτου D, που διέπραξε τα πιο φρικιαστικά, μαζικά εγκλήματα στον χώρο που δραστηριοποιήθηκε. Ηταν δικηγόρος και πατέρας πέντε παιδιών, ενώ υπήρξε και μάρτυρας στην κύρια δίκη της Νυρεμβέργης. Εκεί, με παγερό ύφος, σαν να περιέγραφε τη διεκπεραίωση μιας τυπικής διαδικασίας, αναφέρθηκε στο πώς οργανώθηκε και εκτελέστηκε το πρώτο Ολοκαύτωμα.
Η απόφαση ήταν καταδικαστική για όλους τους κατηγορουμένους: 14 θανατικές καταδίκες και όλοι οι υπόλοιποι σε διάφορες πολυετείς ποινές. Ομως, από τις 14 θανατικές καταδίκες εκτελέστηκαν το 1951 μόνον οι τέσσερις. Η ουσία της υπόθεσης: μέχρι το 1958 άπαντες οι δολοφόνοι κυκλοφορούσαν ελεύθεροι και εντάχθηκαν στη γερμανική κοινωνία. Ενα ενδιαφέρον, ενδεικτικό στοιχείο: όταν επρόκειτο το 1951 να εκτελεστούν οι τέσσερις διοικητές των Ταγμάτων Θανάτου, σχεδόν οι μισοί κάτοικοι της πόλης Λάντσμπεργκ της Βαυαρίας διαδήλωσαν στην κεντρική πλατεία της πόλης για να ματαιωθούν οι εκτελέσεις. Και είχαν περάσει μόλις έξι χρόνια από την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας.

