
Οι συμβολισμοί που γεννά το να πεθαίνεις δουλεύοντας είναι φρικτοί και επιτείνουν την οδύνη του θανάτου, γιατί την εμποτίζουν με ένα αίσθημα ματαιότητας. Οι πέντε εργαζόμενες που έχασαν τη ζωή τους στην έκρηξη του εργοστασίου της «Βιολάντα» δεν πέθαναν απλώς· σκοτώθηκαν άδικα σε ένα περιβάλλον που όφειλε να είναι ασφαλέστερο απ’ ό,τι αποδείχθηκε πως ήταν, μακριά από τις οικογένειές τους, κάνοντας κάτι που θα προτιμούσαν να μην κάνουν – που όλοι θα προτιμούσαμε να μην κάνουμε. Η Ελενα, η Βασιλική, η Σταυρούλα, η Αναστασία και η Αγάπη δεν ήθελαν να πεθάνουν. Αν όμως το γνώριζαν, αν ήξεραν ότι το τέλος θα ερχόταν ό,τι κι αν έκαναν, θα επέλεγαν μάλλον έναν διαφορετικό θάνατο· θα ήθελαν οι τελευταίες τους στιγμές να είναι τουλάχιστον αφιερωμένες στη ζωή που αφήνουν, όχι στη δουλειά που έπρεπε να κάνουν για να ζήσουν. Είναι τραγικό να πεθαίνεις άδικα, είναι διπλά τραγικό να πεθαίνεις με την ιδιότητα του υπαλλήλου, αντί να είσαι, για τελευταία έστω φορά, εκατό τοις εκατό ο εαυτός σου.
Η αντικειμενική ευθύνη
Δεν έπεσε κομήτης στο εργοστάσιο, ούτε άνοιξε η γη και το κατάπιε. Δεν συνέτρεξε κάποιος λόγος ανωτέρας βίας, με λίγα λόγια. Ολα δείχνουν ότι η έκρηξη και η φωτιά οφείλονται σε πολύμηνη διαρροή προπανίου, σε ένα συμβάν δηλαδή που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν τα μέτρα ασφαλείας ήταν, όχι κορυφαία, αλλά απλώς επαρκή. Το γεγονός ύπαρξης τέτοιας υπαιτιότητας (όπου κι αν αυτή αποδοθεί δικαστικά) δικαιώνει εν μέρει τη στερεότυπη συνθηματολογία που αυτές τις μέρες κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος: «η δουλειά είναι σκλαβιά», «η εργασία ισούται με το τέλος της ζωής», «οι εργαζόμενοι θυσιάζονται κυριολεκτικά για χάρη του εταιρικού κέρδους». Πώς να μην ενδώσει κανείς στη γλύκα της μηδενιστικής γενίκευσης όταν η πραγματικότητα καταδεικνύει ότι, πράγματι, οι χώροι εργασίας δεν είναι ασφαλείς; Οταν ένα τέτοιο δυστύχημα συμβαίνει σε ένα μεγάλο εργοστάσιο με τόσα διαθέσιμα μέσα προστασίας, πώς να μην τρομοκρατηθούν αυτοί που δουλεύουν σε χώρους λιγότερο προηγμένους τεχνολογικά και για εργοδότες με λιγότερα κίνητρα να τους προστατεύσουν;
Ευαίσθητοι υπερόπτες
Το να αντιμετωπίζονται, ωστόσο, οι υπάλληλοι ενός εργοστασίου ως άξιοι οίκτου «καημένοι» ενέχει κάτι εξαιρετικά ελιτίστικο· ένα μείγμα πατροναρίσματος και σνομπισμού, αποκομμένο από την πραγματικότητα του κόσμου της εργασίας. Ο θάνατος των εργαζομένων οφείλεται στην αποτυχία των υπευθύνων να τους παράσχουν ασφαλείς συνθήκες εργασίας, όχι στο γεγονός ότι ήταν εργαζόμενες σε εργοστάσιο, ούτε στη νυχτερινή τους βάρδια. Πρέπει κανείς να έχει ελάχιστη εμπειρία της αγοράς για να μη γνωρίζει ότι, σε πολλά επαγγέλματα, οι βάρδιες είναι κι αυτές μες στο πρόγραμμα, κομμάτια του «job description», χωρίς τα οποία δεν νοείται καν η θέση εργασίας. Πρέπει να είναι κάποιος πολύ αδαής και υπερβολικά καλοζωισμένος για να ερμηνεύει τη δουλειά στο εργοστάσιο με καταδικαστικούς όρους των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Ο θρήνος για τις αδικοχαμένες αποκάλυψε κατά λάθος την υπεροψία μερικών από τους θρηνούντες: «Αχ, πόσο άδοξα πεθαίνουν οι πτωχοί!».
Πανταχού ευάλωτοι
Δεν φταίνε τα εργοστάσια γενικώς. Φταίει το συγκεκριμένο εργοστάσιο με τις ελλείψεις του. Φταίει κάθε εργοστάσιο που θέτει σε κίνδυνο τους εργαζομένους του. Φταίνε οι ελεγκτικοί φορείς που κάνουν πλημμελώς τη δουλειά τους. Φταίει το κράτος που τους το επιτρέπει. Παραβάσεις σε προδιαγραφές ασφαλείας μπορούν, πάντως, να σημειωθούν και σε μικρότερες εργασιακές δομές ή σε εργασιακά περιβάλλοντα με υψηλότερα αμειβόμενους εργαζομένους. Στην περίπτωση της «Βιολάντα» η ταξική παράμετρος χρησιμοποιείται αφελώς (αν όχι δολίως) από άτομα με ψευδαίσθηση μεγαλείου, που δεν αντιλαμβάνονται πόσο κοντά βρίσκονται κι αυτά σε μια πιθανή τραγωδία: στο διαμέρισμα μιας αθηναϊκής πολυκατοικίας του ’50, όπου στεγάζεται το γραφείο στο οποίο δουλεύουν· στην εταιρεία που τους απασχολεί στα βόρεια προάστια, όπου το ασανσέρ και οι πυροσβεστήρες έχουν να ελεγχθούν μια πενταετία. Ο κατάλογος των πιθανοτήτων είναι μακρύς και αδιάφορους αφήνει μόνο τους άεργους εκατομμυριούχους.
Αστοχες βολές
Ασχετο με την τραγωδία είναι και το φύλο των θυμάτων. Οι αιτιάσεις κατά της πατριαρχίας είναι εν προκειμένω κωμικοτραγικά άστοχες και προσβλητικές για τις νεκρές εργαζόμενες. Δεν κάνουν μόνο οι γυναίκες βάρδιες, νυχτερινές ή άλλες. Η παραμετροποίηση του ωραρίου ενός εργαζομένου, είτε με υπερωρίες είτε με «άβολες» ώρες, δεν έχει κατ’ ανάγκην έμφυλο πρόσημο: κι ένας πατέρας μπορεί να προγραμματίζει τη δουλειά του σύμφωνα με τις ανάγκες του παιδιού του· κι ένας άνδρας μπορεί να επιλέξει το δυσχερές ωράριο που θα του αποφέρει επιπλέον χρήματα. Οι πέντε γυναίκες, που θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι πέντε άνδρες, δεν έκαναν κάποια εσφαλμένη επιλογή. Για την ακρίβεια, τα έκαναν όλα σωστά. Δούλευαν τίμια με ό,τι διέθεταν και αξιοποίησαν τις δυνατότητές τους όσο καλύτερα μπορούσαν. Δεν ήταν για λύπηση και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αποτιμά τη δουλειά τους με αφ’ υψηλού συγκατάβαση. Το πρόβλημα ήταν πέρα από τις δυνάμεις τους, κι όσο εμείς λαϊκίζουμε πάνω από τις σορούς τους, τόσο αυτό θα συνεχίσει να υπάρχει.

