Η Κ. είναι καθηγήτρια σε ΕΠΑΛ και καθημερινά αισθάνεται ότι ισορροπεί σε τεντωμένο σκοινί. Εκατοντάδες τα παιδιά – πολλά από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες ή δυσλειτουργικές οικογένειες. Αρκετά με ψυχικές διαταραχές· σχεδόν δέκα έχουν κατά καιρούς νοσηλευθεί σε δομές ψυχικής υγείας, άλλα χρειάζονται βοήθεια από ειδικό, όμως οι γονείς τους δεν το κρίνουν απαραίτητο ή δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα για κάτι τέτοιο.
«Η ψυχολόγος μας έρχεται καθημερινά, αλλά με ποιο παιδί να πρωτομιλήσει; Σκεφτείτε τι συμβαίνει στα γενικά λύκεια, που δεν έχουν μόνιμη θέση ψυχολόγου», λέει η Κ. «Πριν από λίγες ημέρες ένας έφηβος έδειρε συμμαθητή του. Καλέσαμε τη μητέρα του στο σχολείο. Μας είπε ότι ο γιος της δεν παίρνει πια τα φάρμακά του, ότι φοβάται πως βρίσκεται υπό την επήρεια ουσιών και δήλωσε αδυναμία να χειριστεί την κατάσταση…».
«Πριν από λίγες μέρες ένας έφηβος έδειρε συμμαθητή του. Καλέσαμε τη μητέρα του στο σχολείο. Μας είπε ότι ο γιος της δεν παίρνει πια τα φάρμακά του…».
Σε χωριό των Σερρών, το περιστατικό με τη διευθύντρια γυμνασίου που φέρεται να έδεσε και να φίμωσε μαθητή μέσα στην τάξη (μέσω ποιου συστήματος αξιολόγησης έγινε, άραγε, διευθύντρια;) αποκαλύπτει την άλλη όψη του νομίσματος: τι συμβαίνει όταν ο εκπαιδευτικός χρειάζεται βοήθεια; Μετά την τεράστια δημοσιότητα που έλαβε η υπόθεση, στόματα έχουν ανοίξει. Ο σύζυγός της μιλάει σε τηλεοπτικούς σταθμούς για φαρμακευτική αγωγή που διακόπηκε –«και έκτοτε το χάος»–, συνάδελφοι καταγγέλλουν «σοβαρά προβλήματα στη σχολική κοινότητα, με συχνούς καβγάδες λόγω της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς της». Πού ήταν όλοι τόσο καιρό; Τι έκαναν για να προλάβουν, για να τη βοηθήσουν;
«Δεν είναι αδιαφορία, αλλά φόβος. Παρά την πρόσφατη αλλαγή στο πειθαρχικό δίκαιο, δεν υπάρχουν πρωτόκολλα για τέτοιες περιπτώσεις», εξηγεί η Κ. «Είναι τόσο δαιδαλώδες το πλαίσιο και τόσο χρονοβόρες οι διαδικασίες, που οι εκπαιδευτικοί διστάζουν να προβούν σε καταγγελίες εναντίον συναδέλφων, όταν υπάρχουν ενδείξεις –αλλά όχι αποδείξεις– ότι κάτι δεν πάει καλά. Θα ακουστεί ίσως κυνικό, όμως για να μη βρεθούν αντιμέτωποι με μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση, περιμένουν να φτάσει ο κόμπος στο χτένι, να “γίνει η στραβή” και μετά να μιλήσουν. Ή ζητούν μετάθεση για να απομακρυνθούν από το πρόβλημα».
Κάπως έτσι κυλούν οι μέρες στα ελληνικά σχολεία, λοιπόν. Με εκπαιδευτικούς εξαντλημένους, παιδιά ακάλυπτα και ένα σύστημα που ενεργοποιείται μόνον αφού έχει γίνει το κακό. Κάποιοι ισορροπούν σε τεντωμένο σκοινί και άλλοι πέφτουν, χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Και όσο η ψυχική υγεία αντιμετωπίζεται ως υποσημείωση και ταμπού και όχι ως προτεραιότητα, το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει το επόμενο συμβάν. Είναι πόσες φορές ακόμη θα προσποιηθούμε ότι δεν το περιμέναμε.

