«Πού είσαι;». «Πουθενά ιδιαίτερα». «Ναι, ξέρω, έχω πάει εκεί». Ο διάλογος δεν θα μπορούσε παρά να έχει την υπογραφή του Τζιμ Τζάρμους. Είναι από την τελευταία, βραβευμένη, ταινία του «Father Mother Sister Brother» αλλά αυτό δεν έχει και τόση σημασία. Θα μπορούσε να είναι και ατάκα του Πάτερσον, από την ομώνυμη ταινία του 2016, του οδηγού λεωφορείου στη μικρή πόλη του Νιου Τζέρσεϊ: «Πώς τα πας με τη ζωή σου;» τον ρωτούν κι εκείνος απαντά: «Δεν έχω παράπονο». Η αντίδρασή του δεν είναι συμβατική ούτε τυποποιημένη.
Οπως και καμία από τις αντιδράσεις των προσώπων στο σινεμά του Τζάρμους. Τίποτα εκκωφαντικό. Ολα τόσο ήσυχα και τόσο διαφορετικά, απρόβλεπτα, αλλά όχι απρόσμενα, με μια κανονικότητα που ορίζεται από ρυθμούς εσωτερικούς, ρουτίνες ευρηματικές και αποκαλυπτικές για την ανθρώπινη συνθήκη. Οι τρεις ιστορίες του «Father Mother Sister Brother» διαδραματίζονται σε τρεις πόλεις: Νιου Τζέρσεϊ, Δουβλίνο και Παρίσι. Και οι τρεις περιστρέφονται γύρω από γονείς και ενήλικα παιδιά. Μόνοι σύνδεσμοι, κάποια κοινά μοτίβα, όπως skateboarders που εισβάλλουν στην εικόνα, σε αργή κίνηση, ρολόγια χειρός και η φράση «Bob’s your uncle», ιδιωματική έκφραση που σημαίνει «κι όλα μέλι-γάλα». Ο πατέρας (το alter ego του σκηνοθέτη, Τομ Γουέιτς) που μοιάζει αδύναμος και ανήμπορος να αντιμετωπίσει οικονομικά τη ζωή του, αλλά δεν είναι. Εξαπατά τα παιδιά του. Η αστή συγγραφέας με τις δύο μεγάλες κόρες που συναντάει μια(;) φορά το τόσο, για ένα τελετουργικό βρετανικό τσάι. Γύρω από το τραπέζι, καθώς γεμίζουν τα φλιτζάνια και καταναλώνονται αργά και ανόρεχτα διάφορες λιχουδιές, οι διάλογοι θυμίζουν ιστορίες μικρών κοριτσιών που προσπαθούν, μάταια, να κερδίσουν την προσοχή και την αγάπη μιας βασανιστικά (και για την ίδια) απόμακρης μητέρας. Δυο δίδυμα αδέλφια οδηγούν προς το άδειο σπίτι των, αντισυμβατικών, γονιών τους, που σκοτώθηκαν σε αεροπορικό δυστύχημα (στο μικρό αεροπλάνο που συνετρίβη, πιλότος ήταν η μητέρα τους). Καθισμένοι στο πάτωμα του, χαρακτηριστικού, παριζιάνικου διαμερίσματος σε μια παλιά μονοκατοικία, απλώνουν φωτογραφίες και ενθυμήματα, ένα άτυπο μνημόσυνο όπου οι νεκροί έχουν ισότιμη θέση με τους ζωντανούς. Οι απόντες είναι διαρκώς παρόντες.
Τι είναι οικογένεια; Ο Τζιμ Τζάρμους απαντάει με ερώτηση. Δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο σχήμα πλήρες, άρτιο και αρραγές. Από κάπου θα μπάζει. Θα έχει ρωγμές, απουσίες και σιωπές· πολλές σιωπές.
Τρεις διαφορετικές ιστορίες, που ξεδιπλώνουν, αθόρυβα, την πολυφωνία της ζωής και των σχέσεων. Με τη σταθερή προτίμηση του Τζάρμους στις παύσεις, στα άρρητα, στις μισοτελειωμένες φράσεις, στις μικρές κινήσεις, στα χρώματα που συνθέτουν το περιβάλλον, αλλά και τον ενδυματολογικό κώδικα των ηρώων. Τρεις ιστορίες, οι δύο με τον ένα γονέα να ορίζει την ατμόσφαιρα, να εμπεριέχει το παρελθόν και το παρόν, η τρίτη χωρίς κανέναν. Τα δίδυμα είναι ορφανά. Οι συνθήκες είναι κάπως άβολες, η συνέχεια διακεκομμένη, τα τραύματα εμφανή.
Τι είναι οικογένεια; Ο Τζάρμους απαντάει με ερώτηση. Δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο σχήμα πλήρες, άρτιο και αρραγές. Από κάπου θα μπάζει. Θα έχει ρωγμές, απουσίες και σιωπές· πολλές σιωπές. Γονείς ανέτοιμοι για τον ρόλο τους, παιδιά που προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο, ιδιότητες που αναπαράγονται ατελείς. Επισκέψεις με προσμονή που δεν δικαιώνεται. Οι προθέσεις δεν είναι ψευδείς· κάθε άλλο. Η «συνάντηση», όμως, παραμένει, διαρκώς, το ζητούμενο. Σαν τα μέλη των οικογενειών να διασταυρώνονται σε μια προσπάθεια να συνομιλήσουν. Να «δουν» ο ένας τον άλλον, να κατανοήσουν, να συμβάλουν στη σχέση. Στο τέλος, τι απομένει; Αποθηκεύονται οι ζωές όπως τα έπιπλα από το πατρικό, που τα δίδυμα αδέλφια στοιβάζουν σε μια νοικιασμένη αποθήκη. Στοιβάζονται για να τακτοποιηθούν. Κάποτε και αν.

