Από τα Ιμια στον «Κίμωνα»

3' 14" χρόνος ανάγνωσης

Η κρίση των Ιμίων, τριάντα χρόνια πριν, τον Ιανουάριο του 1996, αποτελεί μια καίρια χρονική στιγμή. Πρόκειται για το τέλος μιας συνισταμένης της κοινωνίας μας, που ήθελε τις Ενοπλες Δυνάμεις τμήμα της δημόσιας πατριωτικής ηθικής, του ενοποιητικού πλαισίου, δηλαδή, που διαταξικά και σε βάθος δημιουργούσε την αίσθηση ενός κοινού τόπου με κύρια έκφανσή του το ενδιαφέρον για την ιστορική αλλά και διαχρονική τύχη της Ελλάδας.

Εκτοτε, η οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας, η παρουσία του χρηματιστηρίου ως κριτηρίου υλικής, κοινωνικής και ηθικής επιβεβαίωσης οδήγησε σταδιακά στην αρχή του τέλους της κοινωνικής πατριωτικής ηθικής που πρέσβευε η γενιά του πολέμου, η οποία βίωσε σε νεαρή ηλικία και διαμόρφωσε την προσωπικότητά της κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντεξε αυτή η πατριωτική ηθική στην Ελλάδα για πενήντα χρόνια, παρά το μετεμφυλιακό κράτος, τη χούντα, την εθνική καταστροφή της Κύπρου.

Οι γενιές άλλαξαν, η αγωνία της κατανάλωσης μας άλλαξε και οι ηθικές υποχρεώσεις έναντι ενός σταθερά ιδιοτελούς κράτους που το απασχολούσε ο εαυτός του έμοιαζαν γραφικές. Η έγνοια για την τύχη της χώρας μας ως συνόλου, εδάφους και ανθρώπων, έπαψε τις τελευταίες δεκαετίες επί της ουσίας να αποτελεί προτεραιότητα. «Ευκολότερες» και πιο ρηχές στοχεύσεις παραμέρισαν παλαιότερες κοινές αγωνίες, ακυρώνοντας και την κοινή σύνθεση και ταυτότητα που αφορούσε την ανάγκη μας για εθνική σύνθεση.

Δεν είναι μόνον οι νέες γενιές των οικονομικών ελίτ που έθεσαν πιο ψυχρές και ιδιωτικές συναισθηματικά προτεραιότητες, συνδεδεμένες με την οικονομική επιτυχία και τον απόλυτο ανταγωνισμό. Σταδιακά απαξιώθηκε η αίσθηση – ανάγκη για κοινή τύχη και αυτό επηρέασε το κύρος επαγγελμάτων που τους είχε «ανατεθεί» η κοινή μας ηθική προετοιμασία για την ομαδική αλλά και προσωπική προσπάθεια.

Η απαξίωση αυτού του δημοκρατικού πατριωτισμού, της αγάπης και της έγνοιας για τον τόπο μας, δεν επήλθε από την ταύτισή του με τον εθνικισμό, για το οποίο ανιστόρητα και ανώριμα επέμενε η κομμουνιστική Αριστερά. Εάν ήταν από αυτό, θα είχε γίνει εδώ και χρόνια. Επήλθε από την απαξίωση που υπέστησαν τα επαγγέλματα που είχαν επιφορτιστεί με την έννοια της «αποστολής» για την αντοχή μας, την ηθική μας συγκρότηση και την προοπτική μας. Δηλαδή, οι εκπαιδευτικοί, οι υγειονομικοί και οι στρατιωτικοί. Στη θεοποίηση της οικονομίστικης λογικής, κανονάρχησαν και τα απολύτως κυρίαρχα ποσοστά του πολιτικού προσωπικού μας.

Η ηθική αποστασιοποίηση αυτών των κλάδων από τους κοινούς στόχους που αφορούσαν τα λειτουργήματά τους, μαζί με τις μικροεξουσίες, τις οικονομικές διεκδικήσεις, την οικονομική ιδιοτέλεια, κατάργησαν «στα μάτια του κόσμου» τον σεβασμό απέναντι σε εκείνους που είχαν επιφορτιστεί με τη βελτίωση και την ασφάλειά μας.

Η πολιτεία, η οποία δυστυχώς δεν πείθει για την αξιοκρατία της, ούτε για την ιεραρχία που συγκροτεί, απορροφημένη από τη λογική των αριθμών ολιγώρησε και δεν έβαλε σε προτεραιότητα τη θωράκιση του ηθικού των λειτουργών αυτών των ευαίσθητων κλάδων· αλλά και όσοι συμμετείχαν σε αυτούς δεν το διεκδίκησαν και δεν πίεσαν για αυτό.

Ωστόσο φαίνεται ότι η περίοδος των υφέσεων κλείνει. Η ανάγκη για ανασυγκρότηση των κοινών στόχων επείγει. Ο επανεξοπλισμός του Πολεμικού Ναυτικού, για παράδειγμα, δύναται να λειτουργήσει όχι ως αφετηρία, αλλά ως συνέχεια της παράδοσης ενός υψηλού φρονήματος και επαγγελματισμού που δεν έπαψε. Από τη δημιουργία του κυπριακού ναυτικού το 1964, το αντιδικτατορικό Κίνημα του Ναυτικού το 1973, την αποστολή των δύο υποβρυχίων στην Κύπρο τον Ιούλιο 1974, την ταχύτατη ανασυγκρότηση του Στόλου τις πρώτες ημέρες της Μεταπολίτευσης με δυναμικές ασκήσεις στο Αιγαίο, με τον προσδιορισμό της σαφούς απειλής από την Ανατολή, την απολύτως συγκροτημένη αντίδραση του Στόλου στην κρίση του 1987, την προετοιμασία και την εξαιρετική αυτοσυγκράτηση των κυβερνητών των πλοίων στα Ιμια το 1996, την «επακούμβηση» του καλοκαιριού του 2020. Ενα πλήθος επαγγελματικών ενεργειών πραγματοποιήθηκε παρά τη διεθνή αδυναμία και την οικονομική δυσπραγία μας κατά καιρούς.

Ο επαγγελματισμός στις Ενοπλες Δυνάμεις δεν είναι πολεμοχαρής σχεδιασμός. Αντίστοιχα, η υψηλής επαγγελματικής ποιότητας πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν είναι προγονολατρία. Είναι η αντιμετώπιση κοινών αναγκών μιας χώρας που χρειάζεται να ανανεώσει τον αυτοσεβασμό της και το εξωτερικό κύρος της.

*Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT