Ο Μαρκ Κάρνεϊ πήγε στο Νταβός, όχι για να υμνήσει το διεθνές σύστημα διακυβέρνησης αλλά για να αναγγείλει το τέλος μιας ψευδαίσθησης. «Βρισκόμαστε σε σχίσμα, όχι σε μετάβαση», δήλωσε. Στο υψηλότερο βήμα της παγκοσμιοποίησης, το Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ, ο Καναδός πρωθυπουργός σήμανε «το τέλος ενός ευχάριστου μύθου και την αρχή μιας σκληρής πραγματικότητας, όπου η γεωπολιτική των μεγάλων δυνάμεων δεν υπόκειται σε κανένα όριο, σε κανέναν περιορισμό». Εξήγησε: «Γνωρίζαμε ότι η ιστορία ενός διεθνούς συστήματος που βασιζόταν στους νόμους ήταν εν μέρει ψευδής, ότι οι ισχυρότεροι εξαιρούσαν εαυτούς όποτε τους βόλευε, ότι οι κανονισμοί του εμπορίου επιβάλλονταν με ασύμμετρο τρόπο. Και γνωρίζαμε ότι το διεθνές δίκαιο ίσχυε με διαφορετική ένταση, σχετική με την ταυτότητα του θύτη και του θύματος. Αυτό το παραμύθι ήταν χρήσιμο και η αμερικανική ηγεμονία, κυρίως, βοήθησε στο να υπάρχουν κοινά αγαθά, ανοικτές ναυτιλιακές οδοί, σταθερό οικονομικό σύστημα, συλλογική ασφάλεια και στήριξη για πλαίσια επίλυσης διαφορών». Η ομιλία του Κάρνεϊ, στο ίδιο βήμα όπου ο Ντόναλντ Τραμπ την επόμενη ημέρα θα παραληρούσε για 70 λεπτά, ήταν η εκτίμηση ενός σοβαρού ανθρώπου ο οποίος διατυπώνει, χωρίς συναισθηματισμούς και υπερβολές, το σημείο που βρίσκεται ο κόσμος σήμερα. Επίσης, πρότεινε την ανάπτυξη συλλογικής δράσης «χωρών μεσαίου μεγέθους» που θα βασίζεται σε αξίες και πραγματισμό, εναντίον της αυθαιρεσίας των ισχυρών.
Δυνάμεις που ακόμη πιστεύουν σε αξίες και δικαιοσύνη, όπως η Ε.Ε., ο Καναδάς, η Βρετανία δεν έχουν άλλο δρόμο από τη στενότερη μεταξύ τους συνεργασία.
Ουδείς μπορεί να διαφωνήσει με όσα είπε ο Κάρνεϊ για την κατάσταση του κόσμου και με τις προτάσεις του για να σωθεί κάτι από το σύστημα που εξασφάλισε πρωτοφανή ανάπτυξη στην ανθρωπότητα. Ομως, παρά τις αδυναμίες του, το «παραμύθι» της δικαιοσύνης δεν ήταν ούτε ψευδές ούτε χωρίς αξία. Προφανώς, οι μεγάλες δυνάμεις και οι ευνοούμενοί τους έκαναν περίπου ό,τι ήθελαν, όμως, οι πληγές που υπέστη αυτή η αντίληψη τα τελευταία χρόνια δείχνουν το μέγεθος του τι χάνεται. Εως τον τελευταίο χρόνο, παρά τις πράξεις τους, οι μεγάλες δυνάμεις υπόκειντο στην προσδοκία των πολιτών για έναν δίκαιο κόσμο. Μπορεί κανείς «μεγάλος» να μη νοιαζόταν για πεινασμένα παιδιά στην Αφρική, όμως οι πολίτες αναστατώνονταν και απαιτούσαν λύσεις. Το 1991, στα απόνερα του Πολέμου του Κόλπου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους δεν ήθελε να εμπλέξει τις δυνάμεις του στον βορρά του Ιράκ όταν, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα του, οι Κούρδοι της περιοχής ξεσηκώθηκαν και προκάλεσαν την εκδίκηση του δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν. Η κοινή γνώμη τον ανάγκασε να προστατεύσει αυτούς που είχε οδηγήσει στον κίνδυνο. Σε αμέτρητες περιπτώσεις οι πολίτες επέβαλαν σε κυβερνήσεις συμπεριφορές που δεν βασίζονταν απλώς στο στενό εθνικό συμφέρον. Μπορεί να απείχαμε από καλύτερο κόσμο, όμως παρέμενε στόχος. Οι αξίες –η «ήπια ισχύς»– της Ε.Ε. είναι κορυφαίο παράδειγμα αυτής της ελπίδας.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ισραηλινή βαναυσότητα στη Γάζα, η καταστροφική πολιτική του Τραμπ στο εσωτερικό και διεθνώς, κλόνισαν την ιδέα του δικαίου στη διεθνή σκηνή. Ο Τραμπ και οι ομοϊδεάτες του, όχι μόνο δεν ντρέπονται για τις πράξεις τους, αλλά επιδιώκουν την ανισότητα και την αδικία. Ο πόλεμός τους εναντίον των αδύναμων της δικής τους κοινωνίας και του κόσμου, η αλαζονεία προς συμμάχους και αντιπάλους, οδηγούν τους πολίτες είτε στο να ασπάζονται την πολιτική τους (θεωρώντας εαυτούς ευνοούμενους) είτε σε μάταιες διαμαρτυρίες και απόγνωση. Δυνάμεις που ακόμη πιστεύουν σε αξίες και δικαιοσύνη, όπως η Ε.Ε., ο Καναδάς, η Βρετανία, δεν έχουν άλλο δρόμο από τη στενότερη μεταξύ τους συνεργασία. Για να αντέξουν. Αλλά και για να μείνει ζωντανή η ελπίδα της δικαιοσύνης.

