Αν υπάρχει μια θεωρία στις διεθνείς σχέσεις που αντιμετωπίζεται περισσότερο ως αξίωμα παρά ως υπόθεση προς διαρκή έλεγχο, αυτή είναι η θεωρία της «δημοκρατικής ειρήνης»: η διαπίστωση ότι δύο δημοκρατίες δεν έχουν ποτέ πολεμήσει μεταξύ τους. Είναι τόσο βαθιά εδραιωμένη αυτή η ιδέα στον κόσμο των διεθνών σχέσεων, ώστε όταν μοιάζει να διαψεύδεται, η πρώτη αντίδραση δεν είναι να αμφισβητηθεί η θεωρία, αλλά να επανεξεταστεί αν μία από τις δύο πλευρές παραμένει πράγματι δημοκρατία.
Κάπως έτσι μοιάζει η τρέχουσα συγκυρία. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ απειλεί με κυρώσεις εάν δεν αποκτήσει η χώρα του τη Γροιλανδία. Ακόμη κι αν η χρήση βίας για την ώρα αποκλείστηκε, το γεγονός και μόνο ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο αρθρώνεται δημοσίως αρκεί για να διαλύσει την αίσθηση κανονικότητας. Στην Ευρώπη επιστρέφει ένα αίσθημα πανικού – αυτή τη φορά όχι απέναντι σε έναν εξωτερικό εχθρό, αλλά απέναντι στον μέχρι πρότινος αυτονόητο σύμμαχο.
Για τρεις γενιές, οι Ευρωπαίοι μεγάλωσαν με την πεποίθηση ότι η συμμαχία με τις ΗΠΑ δεν ήταν απλώς χρήσιμη, αλλά αναγκαία. Η κομμουνιστική απειλή, το Σχέδιο Μάρσαλ, η αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα: όλα συνέθεταν μια κοινή βεβαιότητα. Οι ΗΠΑ δεν ήταν απλώς ο ισχυρός φίλος· ήταν ο εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας και, ταυτόχρονα, ο καθρέφτης των «κοινών μας αξιών».
Αυτή η συνθήκη δεν υφίσταται πια. Οι σχέσεις διαρρηγνύονται μέρα με τη μέρα. Αν στην περίπτωση της Βενεζουέλας οι ευρωπαϊκές ελίτ μπορούσαν τηρήσουν στάση Πόντιου Πιλάτου, η Γροιλανδία δεν προσφέρει τέτοια πολυτέλεια. Για να παραφράσω τον τίτλο ενός (επιστημονικού) άρθρου του Στάθη Καλύβα, δεν υπάρχουν «δωρεάν επιβάτες» στις εμφύλιες διαμάχες. Oταν το ρήγμα γίνεται υπαρξιακό, η ουδετερότητα παύει να είναι επιλογή.
Πόσο έτοιμη είναι, όμως, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη για ένα τέτοιο ιστορικό ρήγμα; Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν υπήρξε ποτέ ενιαία ως προς τη σχέση της με τις ΗΠΑ και η σημερινή συγκυρία ενεργοποιεί παλιές διαιρέσεις.
Για ένα τμήμα της ευρωπαϊκής –και για ένα ακόμη μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής– κοινής γνώμης, οι ΗΠΑ δεν υπήρξαν ποτέ απλώς ο εγγυητής της ασφάλειας, αλλά μια δύναμη της οποίας η ισχύς γεννούσε καχυποψία. Eνα ισχυρό ρεύμα αντιαμερικανισμού διαμόρφωσε κριτική στάση απέναντι στον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ, τόσο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου όσο και μετά την πτώση του Τείχους. Από την υποστήριξη στρατιωτικών πραξικοπημάτων έως την εισβολή στο Ιράκ, οι επικριτικές φωνές –κυρίως από την Αριστερά– άσκησαν δριμεία κριτική στον ευρωπαϊκό εναγκαλισμό και στη στοίχιση με την Ουάσιγκτον, καθώς και στην εξάρτηση από αυτήν.
Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν υπήρξε ποτέ ενιαία ως προς τη σχέση της με τις ΗΠΑ και η σημερινή συγκυρία ενεργοποιεί παλιές διαιρέσεις.
Κι όμως, αυτή ακριβώς η πραγματικότητα έθεσε τις βάσεις για μία από τις σημαντικότερες αξιακές μεταβολές στην ιστορία της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Ο συνδυασμός οικονομικής ευημερίας και εγγυημένης εθνικής ασφάλειας, που παρείχε η αμερικανική στρατιωτική ισχύς, άνοιξε τον δρόμο για την άνθηση των μεταϋλιστικών αξιών. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη άρχισε να δίνει μεγαλύτερο βάρος στα ανθρώπινα δικαιώματα, στον εκδημοκρατισμό της λήψης αποφάσεων και σε ένα ευρύτερο φιλελεύθερο αξιακό πλαίσιο, ακριβώς επειδή τα θεμελιώδη ζητήματα –η οικονομική επιβίωση και η ασφάλεια– έμοιαζαν λυμένα. Στον βαθμό που αυτή η βεβαιότητα κλονίζεται, θα πρέπει να αναμένουμε και μια αντίστοιχη μετατόπιση στο αξιακό προφίλ των ευρωπαϊκών κοινωνιών – με αποτελέσματα πολύ διαφορετικά από εκείνα που φαντάζονταν οι επικριτές της αμερικανικής ηγεμονίας.
Στον αντίποδα βρίσκεται το μεγαλύτερο τμήμα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης – και, χονδρικά, η ελληνική Δεξιά. Πρόκειται για εκείνους που έβλεπαν διαχρονικά τις ΗΠΑ ως τη δύναμη που έγειρε την πλάστιγγα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και έκτοτε διασφαλίζει τη διεθνή ισορροπία, συμβάλλοντας και στην ευρωπαϊκή ευημερία. Για πολλούς από αυτούς, οι σημερινές εξελίξεις είναι τουλάχιστον ανησυχητικές. Για ένα συγκεκριμένο κομμάτι ωστόσο –εκείνο που ταυτίστηκε πολιτικά με τον Τραμπ– είναι βαθιά αποσταθεροποιητικές. Ενα μεγάλο τμήμα της άκρας Δεξιάς, που υποστήριξε την επέμβαση στη Βενεζουέλα, τα τάγματα της ICE και το διεθνές μπούλινγκ του Τραμπ προς κάθε κατεύθυνση, βρίσκεται τώρα σε δύσκολη θέση: η Γροιλανδία μετατρέπει κάθε εδαφική παραχώρηση εκ μέρους της Ευρώπης σε αδιαπραγμάτευτη κόκκινη γραμμή.
Και εδώ ίσως βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον πολιτικό παράδοξο. Η σύγκρουση με τον Τραμπ δεν είναι μόνο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής· λειτουργεί και ως εσωτερικός καθρέφτης για την Ευρώπη, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας νέας συλλογικής αυτοεικόνας. Το να σταθείς απέναντί του σημαίνει, εμμέσως, να αμφισβητήσεις και τον χώρο νομιμοποίησης της ριζοσπαστικής Δεξιάς μέσα στην ίδια την Ευρώπη. O,τι δεν επιτεύχθηκε μέσω ορθολογικής επιχειρηματολογίας και μακράς πολιτικής αντιπαράθεσης, μπορεί να γίνει πιο εφικτό υπό το βάρος μιας εξωτερικής εδαφικής απειλής.
Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τέτοιες απειλές συχνά οδηγούν σε συσπείρωση γύρω από τη σημαία. Το ερώτημα είναι αν, αυτή τη φορά, μπορούν να οδηγήσουν και σε μια συσπείρωση γύρω από τις ευρωπαϊκές αξίες και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς – μια συσπείρωση γύρω από τα 12 αστέρια.
*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

