Διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον την έρευνα της διαΝΕΟσις και του ΙΟΒΕ για τις πολιτικές στέγασης στην Ευρώπη. Κοινός τόπος των παραδειγμάτων που παρουσιάζονται είναι η παρέμβαση του κράτους: είτε ως κατασκευαστή, για την ανέγερση κοινωνικής κατοικίας, είτε ως ρυθμιστή, για τα ανώτατα όρια των μισθωμάτων και τα δικαιώματα των μισθωτών.
Η Ελλάδα δυστυχώς δεν διαθέτει ανάλογη πολιτική. Η πιο οργανωμένη παρέμβαση ήταν η λειτουργία του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ), από το 1954 έως το 2012, με προγράμματα που αφορούσαν είτε την παραχώρηση φθηνής στέγης είτε τη χορήγηση συγχρηματοδοτούμενου δανείου στους δικαιούχους και απευθύνονταν σε εργαζομένους χαμηλών εισοδημάτων.
Πάντως, στους επιστήμονες που ασχολούνται με το θέμα της κατοικίας διαχρονικά στη χώρα μας είναι κοινός τόπος ότι η πολιτεία υποκατέστησε την απουσία στεγαστικής πολιτικής με δύο «εργαλεία». Το πρώτο είναι θεσμικό, ο θεσμός της αντιπαροχής, με τον οποίο έγινε εφικτή η μαζική παραγωγή κατοικίας, σε μια περίοδο μεγάλης πίεσης λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης. Το δεύτερο είναι «άτυπο»: η διαχρονική ανοχή στην αυθαίρετη δόμηση. Οι διαδοχικές νομιμοποιήσεις εξακολουθούν έως και σήμερα – και τις υπερασπίζονται μετά μανίας διάφοροι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως φορείς της κοινωνίας των πολιτών, στον ρόλο του «λαγού».
Μεσοπρόθεσμα, η επαναδημιουργία του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας είναι πια απαραίτητη, ώστε να ξεκινήσουν και πάλι κρατικά προγράμματα.
Κατά τα λοιπά, οι κινήσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια υποτίθεται υπέρ της ανακούφισης του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος είναι όλες επιφανειακές και κατέληξαν να προκαλέσουν περισσότερα προβλήματα από αυτά που κλήθηκαν να λύσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα προγράμματα επιδότησης επιτοκίου για την αγορά ακινήτων (Σπίτι μου Ι και ΙΙ), που ενίσχυσαν την ανοδική πορεία των τιμών.
Αν η κυβέρνηση θέλει να παρέμβει άμεσα για την ανακούφιση του στεγαστικού ζητήματος, οφείλει να στραφεί στην αυστηρή ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, αναγνωρίζοντάς τες ως αυτό που είναι: Είτε με τον χαρακτηρισμό τους για τουριστική χρήση (και όχι κατοικία) και επομένως τον περιορισμό τους μόνο στις περιοχές όπου επιτρέπεται η χρήση «τουρισμός». Είτε τροποποιώντας τις χρήσεις γης, ώστε να περιορίσει τις βραχυχρόνιες μισθώσεις χωρικά σε συγκεκριμένες ζώνες ανά δήμο, πάλι ως διακριτή χρήση από την κατοικία, αλλά όχι ασύμβατη. Ολα τα άλλα είναι ημίμετρα.
Μεσοπρόθεσμα, η επαναδημιουργία του ΟΕΚ είναι πια απαραίτητη, ώστε να ξεκινήσουν και πάλι κρατικά στεγαστικά προγράμματα – όπως αυτά που εκπονούν και σήμερα όλες οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες, και όχι συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα αμφίβολης χρησιμότητας (για την κοινωνία). Οι δήμοι είχαν στο παρελθόν ζητήσει την κυριότητα των ακινήτων που έχουν καταχωρισθεί ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» και σταδιακά θα περάσουν στην κυριότητα του Δημοσίου – θα μπορούσε και αυτό υπό αυστηρές προϋποθέσεις να εξεταστεί ως λύση.

