Στην Ελλάδα το φως περισσεύει. Δεν έχουμε εδώ καταχνιά, πυκνά δάση και υγρούς πύργους. Παρότι οι παραδόσεις της χώρας είναι γεμάτες με υπερφυσικές ιστορίες, δεν υπάρχει εδώ μια στέρεη παράδοση λογοτεχνίας υπερφυσικού τρόμου.
Διατρέχοντας αυτή την εβδομάδα την πρόσφατη έκδοση «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα. Μια ακόμα ελληνική ανθολογία τρόμου», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ροές (ανθολόγηση – εισαγωγή – επίμετρο: Γιώργος Θάνος), βλέπουμε την ηθογραφία να κυριαρχεί ακόμα και σε ιστορίες φαντασμάτων. Το δείγμα που περιλαμβάνει η ανθολογία από τον Παπαδιαμάντη («Η χτυπημένη», 1890) θέλει το φάντασμα μιας Τουρκάλας να αποτρελαίνει μια κοπέλα έως θανάτου. Ουσιαστικά το φάντασμα ως παρουσία έχει τελειώσει μετά την πρώτη σελίδα (και δεν είναι καν τρομακτικό). Αυτό που κυριαρχεί από κει και πέρα είναι το δράμα μιας οικογένειας στο πλαίσιο της κοινότητας και των προκαταλήψεών της.
Αναλόγως, στην «Κατάρα των Σφακιών» (1907) του Αγγελου Τανάγρα (1877-1971), ο αφηγητής ονειρεύεται (;) τους σκελετούς των υπερασπιστών των Σφακιών να θρηνούν όλο ενοχές διότι ο πειρασμός για τις όμορφες Τουρκάλες τούς έκαναν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και οι Τούρκοι να καταλάβουν αμαχητί τα Σφακιά. Και στους «Κουρσάρους» (1895) ο Ανδρέας Καρκαβίτσας διηγείται τις τύψεις ενός πειρατή, ο οποίος δηλητηρίασε τον πιο στενό συνεργάτη του (και κουμπάρο) μόνο και μόνο επειδή ο τελευταίος «είχε μάθει όλα του τα μυστικά». Εννοείται πως ο νεκρός επιστρέφει για να εκδικηθεί, αλλά είναι περισσότερο μια θαλασσινή ιστορία του υπερφυσικού, στα μέτρα του ηθογραφικού πνεύματος της εποχής.
Ξεχωρίζει, πάντως, «Το στοιχιό» (1904) του Δημοσθένη Βουτυρά, το οποίο είναι από τα πλέον ανατριχιαστικά της συλλογής – και αυτό που πλησιάζει περισσότερο στην κεντροευρωπαϊκή γοτθική ιστορία τρόμου: σε ένα καλοκαιρινό εξοχικό σπίτι, παρά τον ήλιο και τη ζέστη του καλοκαιριού, ο φιλοξενούμενος νιώθει πως βρίσκεται παγιδευμένος σε ένα «απαίσιο» σπίτι, χωρίς να ξέρει τι του φταίει. Το εν λόγω εξοχικό θυμίζει αρκετά ένα στοιχειωμένο κάστρο της Σκωτίας· όμως έχει και συνέχεια: το «στοιχιό» της ιστορίας φαίνεται να ενσαρκώνει μια τρομακτική, αφύσικα μεγάλη αράχνη που έρπει πάνω στους τοίχους – και πίνει το αίμα της κόρης του ιδιοκτήτη. Εδώ πλέον είναι σαν να βρισκόμαστε στον σκοτεινό κόσμο ενός Αγγλου κόμη, του Οράτιου Ουόλπολ (1717-1797), μετρ της γοτθικής ιστορίας.
Οταν μάλιστα ο φιλοξενούμενος πυροβολεί το «τέρας», αυτό αφήνει ένα… «γέλιο όμοιο με ανθρώπου… αλλά μεγάλο τόσο που φάνηκε σαν να είχε μασέλες αέρινες απλωμένες στο άπειρο και απ’ αυτές γελούσε, βγήκε το γέλιο!».
Σπάνια, Ελληνας πεζογράφος (εκείνης της εποχής ειδικά) να έχει γράψει ένα πιο ατόφιο διήγημα τρόμου. Το κατάφερε ο Βουτυράς.

