Ο Αργυρός Λέοντας της Μπιενάλε Θεάτρου της Βενετίας 2026 απονέμεται στον Ελληνοαλβανό σκηνοθέτη Μάριο Μπανούσι. Έχοντας γεννηθεί το 1998, κοντεύει τα 28. Εάν δεν είναι ο νεότερος, είναι από τα νεότερα άτομα που λαμβάνουν τέτοια διάκριση.
Ο Μπανούσι έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στην Αλβανία απ’ όπου άντλησε αγάπη και εικόνες. Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών κι η πρώτη του δουλειά ήταν η περφόρμανς Ragada που παρουσιάστηκε σε ιδιωτικό χώρο μέσα στην πανδημία. Η δουλειά ήταν τόσο καλή που έφερε μία πρόσκληση από το Εθνικό Θέατρο. Ο Μπανούσι έγινε ευρύτατα γνωστός με το Goodbye Lindida που παρουσίασε εκεί. Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, με ελάχιστο προϋπολογισμό, ξεδίπλωσε την ποιητικότητα της σκηνικής του γλώσσας. Έπλεξε έναν ήσυχο θρήνο, που είχε τα πάντα εκτός από λέξεις: σπαραγμό και απαλότητα, σκοτάδι και φως.
Το έργο επρόκειτο να παιχτεί για λίγες παραστάσεις. Τελικά παίχτηκε τρία χρόνια. Ταξίδεψε στο εξωτερικό όπου η προσωπική γλώσσα-χωρίς-λέξεις του Μπανούσι συναντήθηκε με διαφορετικά κοινά ξεσηκώνοντας εικόνες βγαλμένες από το συλλογικό μας ασυνείδητο, αναγεννησιακούς πίνακες, θαμπές φωτογραφίες, τοπία και σπίτια των Βαλκανίων. Πράγματα που επιδρούν μέσα σου αργά ενσταλάζοντας κάτι απροσδιόριστο. Την απροσδιοριστία ενισχύει η (για την ώρα) απουσία λέξεων.
Η δεύτερη παράστασή του Μπανούσι, Taverna Miresia, έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και κλείνει έναν κύκλο εργασίας πάνω στον θρήνο, την απώλεια, τη μνήμη, την οικειότητα, το πένθος, το αρχετυπικό, την απαλή φροντίδα και ό,τι άλλο συγκροτεί το σύμπαν του καλλιτέχνη. Τα έργα είναι, προφανώς, ανοιχτά σε διαφορετικές αναγνώσεις-ή και σε καμία, ίσως αρκεί η παρουσία του θεατή μέσα σε αυτά. Είναι, μάλλον, δουλειά που καλείσαι κυρίως να την κατοικήσεις και να τη νιώσεις ή να την ακολουθήσεις σ’ έναν σιωπηλό διαλογισμό.
Η δουλειά του έχει μία βαλκανική αισθητική χωρίς να το παρακάνει. Είναι ιστορίες ανοίκειας οικειότητας, σκηνές που βυθίζονται τόσο βαθιά στο προσωπικό ώστε βγαίνουν από την άλλη πλευρά, στο συλλογικό. Έργα ειλικρινή, μαγνητικά, με ρυθμό τελετουργίας και αποτέλεσμα την κοινοτική κάθαρση. Ο δημιουργός τους, οι ερμηνευτές, η μουσική και τα φώτα προέρχονται από το ονειρικό, μάς μιλούν, όμως, μέσα από την υλικότητα:το σώμα, το χώμα, τα πιάτα, η ντουζιέρα, τα σεντόνια, το ψωμί, τα νερά, οι μυρωδιές, τα κρεβάτια αποτελούν φθόγγους αυτής της γλώσσας.
Η πιο πρόσφατη εργασία του είναι το ΜAMI, μία διεθνής συμπαραγωγή που στην Ελλάδα παρουσιάστηκε από τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση το 2025. Το έργο παίχτηκε στο σημαντικό Φεστιβάλ της Αβινιόν, στη Νέα Υόρκη (under the radar festival) και αλλού. Η σκληρή εργασία, το έντονα προσωπικό όραμα και η ακούραστη επιμονή μπορούν, όπως όλα δείχνουν, να δημιουργήσουν καλλιτεχνικά έργα που κινητοποιούν ένα ευρύ κοινό. Κανείς δεν ξέρει πού θα πάει από ‘δω και ‘περα ο σκηνοθέτης, είναι, προφανώς, ελεύθερος να κινηθεί όπου θέλει.
Τα βραβεία είναι και δεν είναι σημαντικά. Οποιοσδήποτε δημιουργικός άνθρωπος, όμως, ξέρει, πως το πιο όμορφο πράγμα στη δουλειά είναι η ίδια η δουλειά, η δημιουργική εργασία. Στην περίπτωση Μπανούσι, είναι απολύτως συγκινητική η προσήλωση του καλλιτέχνη στο προσωπικό του όραμα, η ικανότητά του να εντοπίζει συνεργάτες που μπορούν να το υπηρετήσουν, το γεγονός ότι διατηρεί τη μόνωση που απαιτεί η δημιουργία, παρά την έκθεση, τις επιτυχίες, τον θόρυβο, και τα τηλέφωνα που χτυπάνε. Ίσως τον γειώνουν η αγάπη και η ταπεινότητα της οικογένειάς του. Ίσως ο φούρνος της μητέρας του στην Ηλιούπολη. Μπορεί να είναι έτσι φτιαγμένος ή να καλλιέργησε τον χαρακτήρα του, όπως από έργο σε έργο εκλεπτύνει τη γλώσσα του και δοκιμάζει νέους τρόπους, για να μάς απευθύνεται ποιητικά. Και εις ανώτερα.

