Για όσους είχαν την τύχη να ζήσουν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε έναν κόσμο που παρά τις περιοδικές κρίσεις και τους πολέμους –από την Κορέα και το Βιετνάμ μέχρι το Αφγανιστάν και το Ιράκ– σε γενικές γραμμές ακολουθούσε κάποιους ευρύτερα αποδεκτούς κανόνες, η αβεβαιότητα που επικρατεί τους τελευταίους μήνες δικαιολογημένα προκαλεί όχι απλώς ανησυχία, αλλά τρόμο. Η Δύση –με την έννοια των κοινωνιών που έχουν κερδίσει πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες– εμφανίζεται σήμερα για πρώτη φορά τόσο διαιρεμένη, και όταν οι ισορροπίες στις δημοκρατίες χάνονται και οι γραμμές θολώνουν, ο αυταρχισμός καραδοκεί. Οι δύο πλευρές του Ατλαντικού μπορεί να μην επανέλθουν ποτέ στην προτέρα κατάσταση, στην αμοιβαία επωφελή θετική ισορροπία που είχαμε συνηθίσει, και να μη βρουν ξανά τον κοινό βηματισμό των τελευταίων δεκαετιών. Ωστόσο δεν συμφέρει κανέναν η πλήρης αποξένωση, πόσο μάλλον η μετωπική αντιπαράθεση και σύγκρουση.
Από την Ουκρανία μέχρι το Ιράν, και από την εύρυθμη λειτουργία του διεθνούς εμπορίου μέχρι τη διασφάλιση κάποιων βασικών παραμέτρων σε τομείς όπως η υγεία και το περιβάλλον, είναι απαραίτητη μια ελάχιστη συνεννόηση και, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, συνεργασία. Μετά το δύσκολο 2025, όπου κυριάρχησαν οι απειλές, η επιβολή δασμών και οι αντιπαραθέσεις σε σωρεία σημαντικών ζητημάτων, από την κλιματική αλλαγή μέχρι τη Γροιλανδία, αναζητείται εναγωνίως κάθε παράθυρο ευκαιρίας για βελτίωση του σκηνικού.
Μιλώντας χθες στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε τις προτεραιότητές του με τη συνήθη σκληρή ρητορική, αλλά τελικά, για άλλη μία φορά, για παράδειγμα στο καυτό ζήτημα της επικαιρότητας, στη Γροιλανδία, διεμήνυσε μια συγκρατημένα καθησυχαστική διάθεση για διαπραγματεύσεις. Αυτή την αίσθηση εξέπεμψε και η θετική αντίδραση των αγορών. Οι Ευρωπαίοι αμφιβάλλουν όλο και περισσότερο για τις προθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ ως συμμάχου στο ΝΑΤΟ και εταίρου της Ε.Ε., αλλά σε κάποια μείζονα ζητήματα οι δύο πλευρές είναι αναγκασμένες να συνεργασθούν. Η ειρήνευση στην Ουκρανία –η οποία μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν υπάρξουν αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας στο πλαίσιο μιας συνολικής συμφωνίας– προσφέρει μια ευκαιρία μερικής επαναπροσέγγισης. Ειδικότερα για την Ελλάδα –και εδώ το έργο του πρωθυπουργού δεν είναι καθόλου εύκολο– ελλοχεύουν επιπρόσθετοι κίνδυνοι λόγω της ιδιαιτερότητας των ελληνοτουρκικών σχέσεων και με δεδομένο τον υπέρμετρο προσωπικό θαυμασμό του Αμερικανού προέδρου προς τον Τούρκο ομόλογό του.
Στη δική μας περίπτωση η πρωτοφανής ανατροπή των γεωπολιτικών δεδομένων των τελευταίων 80 ετών υπερβαίνει τους, πρωτίστως πολιτικοοικονομικούς, προβληματισμούς άλλων χωρών, και άπτεται της διασφάλισης της εδαφικής μας ακεραιότητας και της ειρήνης στην περιοχή μας. Υπό αυτό το πρίσμα επιβάλλονται πολύ προσεκτικές κινήσεις, όπου θα αναδεικνύεται από τη μια η ισότιμη συμμετοχή στην Ε.Ε., αλλά από την άλλη και η στενή αμυντική και ενεργειακή συνεργασία με την Αμερική και ο σταθεροποιητικός ρόλος που διαδραματίζει η χώρα μας – από μόνη της, αλλά και σε συνεργασία με άλλα κράτη. Παράλληλα, αυτή είναι η στιγμή για να αξιοποιηθούν εις το έπακρον οι δίαυλοι επικοινωνίας και οι μοχλοί επιρροής της ελληνοαμερικανικής κοινότητας.

