Ελληνικά φαντάσματα 3

2' 9" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ενα αγόρι αγαπάει ένα κορίτσι. Μάλιστα, το σώζει από βέβαιο πνιγμό στο ποτάμι του χωριού. Ερωτεύονται. Κάποτε όμως το αγόρι φεύγει για να σπουδάσει. Και ξεχνάει το κορίτσι που άφησε πίσω. Επιστρέφει και είναι αδιάφορος απέναντί της. Το κορίτσι, απελπισμένο, πάει και πνίγεται στο ίδιο εκείνο ποτάμι από το οποίο κάποτε το έσωσε το αγόρι. Και, βέβαια, γίνεται στοιχειό. Το αγόρι έρχεται πλέον αντιμέτωπο με το φάντασμα. Ή, για να το πούμε αλλιώς, αφήνοντας για λίγο στην άκρη την όποια κυριολεξία: έρχεται αντιμέτωπο με τη συνείδησή του.

Αυτή είναι η κεντρική αφήγηση του διηγήματος «Το φάντασμα» του Μένου Φιλήντα (1870-1934). Το εν λόγω διήγημα δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ο Νουμάς», το 1904. Εμείς το διαβάσαμε στη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα. Μια ακόμα ελληνική ανθολογία τρόμου», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ροές (ανθολόγηση – εισαγωγή – επίμετρο: Γιώργος Θάνος).

Οπως όλες οι ελληνικές ιστορίες φαντασμάτων, έτσι και αυτή έχει μια συνάφεια με τα ήθη της Ορθοδοξίας, ειδικά στις αγροτικές κοινότητες των αρχών του εικοστού αιώνα: το κορίτσι γίνεται στοιχειό όταν πεθαίνει, διότι είναι αυτόχειρας· κανένας παπάς δεν το «διάβασε», ενώ το έθαψαν και έξω από το νεκροταφείο του χωριού, κοντά εκεί όπου πέθανε, στο ποτάμι. Οπότε ήταν η φυσική εξέλιξη το «βρυκολάκιασμά της» – στην ελληνική παράδοση, ο νεκρός που επιστρέφει λογίζεται σχεδόν πάντα ως βρυκόλακας, όχι απλώς και αορίστως ως φάντασμα. Που σημαίνει: ο ανήσυχος νεκρός κάτι κακό είχε κάνει στη ζωή του γι’ αυτό δεν βρίσκει ησυχία, γι’ αυτό και επιστρέφει ως ένα πλάσμα δαιμονικό.

Η ιστορία αυτή έχει ισχυρό ψυχολογικό χαρακτήρα: το αγόρι, ο Αντριάς, βασανίζεται. «Εβγα να σε διω, έβγα να σου μιλήσω!» φωνάζει κάπου κοντά στο ποτάμι. «Εβγα, λοιπόν, να σφεντονίσεις την κατάρα σου τη μαύρη στο κεφάλι μου! Εβγα να κεραυνώσεις τον άπιστο τον Αντριά, τον Αντριά!».

Ο Αντριάς παίρνει έναν φίλο του και πάνε νύχτα στο στοιχειωμένο σημείο. Την επομένη επιστρέφει μόνον ο δεύτερος. «Εγώ, παιδιά», λέει στην υπόλοιπη παρέα, «σαν το ‘δα ν’ ανεβαίνει απ’ τον ποταμό αψηλό κι ασπροντυμένο με μάτια φεγγούμενα, μ’ έπιασε τρεμούλα, και δίχως να τηράξω πια για τίποτες το ‘βαλα στα πόδια».

Και ο Αντριάς; Αυτός τρελάθηκε. Το ομολογεί και ο ίδιος όταν εμφανίζεται επιτέλους σε κακή κατάσταση. «Κείνο που ‘θελε το ‘καμε πια. Πάει, μου ‘κλεψε το νου μου», λέει σε κατάσταση τρέλας.

«Από κείνη τη μέρα πια δεν ξαναφάνηκε, δεν ξανακούστηκε το φάντασμα», εξιστορεί ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής (ένας μέσα από την παρέα). Ο δε Αντριάς «απομωράθηκε· ξέχασε τα πάντα· ο νους του είν’ ολοσκότεινος και τώρα ζει σα ζώο, ή κάλλιο να πούμε σα ζωόφυτο».

Τύψεις συνειδήσεως· το πιο τρομακτικό φάντασμα απ’ όλα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT