Έχουμε συζητήσει πολλές φορές τα στραβά του Πανεπιστημίου που σχετίζονται με την απο-επένδυση στην έρευνα, την αρρωστημένη γραφειοκρατία, το επίπεδο των διδασκόντων, την εσωστρέφεια των Ιδρυμάτων, ακόμη και με την καθαριότητα στις αίθουσες διδασκαλίας. Να δύο θετικά παραδείγματα, όμως, που ήθελα να μοιραστώ μαζί σας (και εάν ξέρετε άλλα, γιατί σίγουρα θα υπάρχουν, θα χαρώ να τα μάθω).
Παράδειγμα πρώτο. Τη Δευτέρα διοργανώθηκε ημερίδα για το βιβλίο The Last Man της Μαίρη Σέλεϊ. Η Μαίρη είναι διάσημη για τη συγγραφή, σε νεαρή ηλικία, του Frankenstein, έργο φαινομενικά απλό, ανοιχτό σε κάθε λογής ερμηνείες, διασκεδαστικό, που φέρνει ανοικείωση. Η ημερίδα, όμως, ασχολήθηκε με ένα άλλο βιβλίο της, μία δυστοπία που γράφτηκε πριν από 200 χρόνια, το The Last Man (Φεβρουάριος, 1826).
Πρόκειται για μυθιστόρημα φαντασίας που διαδραματίζεται στο 2073. Το 2073, η Βρετανία είναι αβασίλευτη δημοκρατία, ο ελληνικός στρατός έχει εισβάλει στην Κωνσταντινούπολη και την ανθρωπότητα ταλαιπωρεί μία θανατηφόρα πανδημία! Την ημερίδα συνδιοργάνωσαν το Εργαστήριο Πολιτικής Και Θεσμικής Θεωρίας και Ιστορίας των Ιδεών του ΕΚΠΑ, το Εργαστήριο Ιστορίας του Βιβλίου του ΕΚΠΑ, το Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ και η Βρετανική Σχολή Αθηνών. Η διεπιστημονικότητα και η διακαλλιτεχνικότητα είναι μάλλον ο μόνος συναρπαστικός τρόπος, για να σκέφτεται κανείς πάνω στα μεγάλα έργα.
Την επομένη, οι συζητήσεις συνεχίστηκαν στο Εργαστήριο Πολιτικής και Θεσμικής Θεωρίας, με θέμα το Τρίτο Άσμα του Δον Ζουάν του Λόρδου Μπάιρον (1818-1824) και συγκεκριμένα με μία ομιλία της Μαρίας Σχοινά (ειδικής σε θέματα Μπάιρον/Σέλεϊ). Η ομιλία εστίασε στο λυρικό ποίημα «Τα Νησιά της Ελλάδας» και στις προσπάθειες του φιλέλληνα να κατανοήσει την πολύπλοκη ελληνική ταυτότητα, όπως διαμορφωνόταν μέσα στην ρευστότητα της περιόδου πριν την Επανάσταση. Η παρακολούθηση των παραπάνω ήταν ελεύθερη για οποιαδήποτε είχε ερευνητικό ενδιαφέρον ή απλώς τη σχετική περιέργεια.
Παράδειγμα δεύτερο. Στη Σόλωνος, στο Παλαιό Χημείο που πλέον στεγάζει τη Βιβλιοθήκη της Νομικής Σχολής, σε τακτά χρονικά διαστήματα γίνονται συζητήσεις της Ομάδας Δίκαιο και Τέχνη. Η Ομάδα υπάρχει από το 2011 και είναι ανοιχτή όχι μόνο σε φοιτήτριες/φοιτητές Νομικής, αλλά και σε δικηγόρους, δικαστές και οποιονδήποτε έχει κάποιο ενδιαφέρον για την τέχνη σε συνδυασμό με τα νομικά.
Για κάποιο λόγο, παρακολούθησα πριν από λίγους μήνες μία απογευματινή συνάντηση με θέμα τα εικαστικά στις φυλακές. Οι ομιλήτριες ήταν από διάφορους χώρους. Φοιτήτρια Νομικής, μία κοινωνική λειτουργός, ένας καλλιτέχνης, ένας ασκούμενος δικηγόρος. Μπορεί να φαντάζει αυτονόητο σε κάποιον εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά δεν είναι. Τα Πανεπιστήμια λειτουργούν σαν τεράστια σιλό, όπου είναι σχεδόν ταμπού ο ιδρυματοποιημένος άνθρωπος να ασχολείται με μη εξειδικευμένα θέματα ή να διαβάζει κάτι εκτός της εξειδίκευσής του (θλιβερό). Η υποχώρηση της ευρύτερης καλλιέργειας τείνει να γίνει η καθημερινότητα και εκτός Ιδρυμάτων:καλούμαστε να αυτοπροσδιοριστούμε σαν μονοδιάστατες προσωπικότητες που ζουν ζωή βιογραφικό, με ψευδή συνοχή, στόχο και μονοθεματική εξειδίκευση.
Οι δημόσιες Βιβλιοθήκες, όμως, είναι οάσεις, όπου αυτός ο αφύσικος καταναγκασμός σπάει. Χωρίς κανείς να σε ενοχλήσει μπορείς να περιπλανηθείς από τον έναν τομέα σκέψης στον άλλον με σκέτο οδηγό την περιέργεια και χωρίς να δίνεις αναφορά. Το απόγευμα που βρέθηκα στη Βιβλιοθήκη, για να παρακολουθήσω την εκδήλωση της Ομάδας Δίκαιο και Τέχνη «Εικαστικά στις Φυλακές» είδα στο κοινό πολλούς ανθρώπους που ολοφάνερα δεν ήταν φοιτητές, Εισαγγελείς ή ερευνητές του σωφρονιστικού συστήματος.
Η εκδήλωση, φυσικά, είχε ελεύθερη είσοδο και αποτελεί πράξη εξωστρέφειας, διεπιστημονικότητας και διακαλλιτεχνικότητας, μία σπάνια υπόμνηση ότι τα πανεπιστήμια είναι θεσμοί που εξυπηρετούν την κοινωνία (η οποία και τα χρηματοδοτεί) και όχι ιδιωτικές στοχεύσεις. Μέσα στα χρόνια, η Ομάδα έχει προβάλει και αναλύσει αμέτρητες ταινίες δωρεάν, έχει πάει στο θέατρο, έχει συζητήσει βιβλία, ποιήματα και εικαστικά έργα! Όλα χάρη στους κόπους των ίδιων των φοιτητριών/φοιτητών, των αποφοίτων της Σχολής, κάποιων ευάριθμων μελών του διδακτικού προσωπικού και των βιβλιοθηκονόμων.
Οι αποτυχίες και τα εξουθενωτικά μειονεκτήματα του Πανεπιστημίου είναι αμέτρητα, τόσα που μερικές φορές δυσκολευόμαστε να το φανταστούμε σαν ένα πεδίο δημιουργικότητας και ζωηρής φαντασίας. Όταν λειτουργεί, όμως, και κάνει τη δουλειά του καλά, το δημόσιο Πανεπιστήμιο δημιουργεί στους ανθρώπους την ελπίδα πως ανεξάρτητα απ’ την αφετηρία τους η σκέψη και η ευρύτητα ερεθισμάτων δεν θα λείψουν απ’ την προσωπική τους ιστορία. Λίγο είναι αυτό;

