Είναι και λογικό και απολύτως θεμιτό οι πρώην πρωθυπουργοί να έχουν άποψη για τα μεγάλα θέματα της επικαιρότητας, να επισημαίνουν κινδύνους, να κάνουν προτάσεις και γενικότερα να θέλουν να δηλώσουν την παρουσία τους, εφ’ όσον βέβαια δεν επιδιώκουν να υποκαταστήσουν τον εκάστοτε πρωθυπουργό. Απαλλαγμένοι από τα βάρη και τα άγχη της άσκησης εξουσίας, σοφότεροι διότι είναι πλέον πρώην, μπορούν να πουν πράγματα που όταν ήταν πρωθυπουργοί δεν μπορούσαν ούτε να τα πουν, πολύ δε περισσότερο, ούτε να τα κάνουν. Η εξουσία απαιτεί συμβιβασμούς, τήρηση κάθε μορφής ισορροπιών, ιδιαίτερη προσοχή στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Είναι κανόνας πως η απομάκρυνση από την εξουσία απελευθερώνει.
Είναι κανόνας πως η απομάκρυνση από την εξουσία απελευθερώνει…
Ετσι, ο Κώστας Σημίτης προειδοποιούσε το 2008 για την πορεία της εθνικής οικονομίας και ο Κώστας Καραμανλής, όπως και ο Αντώνης Σαμαράς, για τα εθνικά θέματα και για ζητήματα λειτουργίας των θεσμών. Αραγε, υπάρχει μια κόκκινη γραμμή πέρα από την οποία οι ανησυχίες συνιστούν ριζική διαφωνία προς τα εκάστοτε κυβερνητικά πεπραγμένα; Φυσικά, και την κόκκινη γραμμή τη βάζει ο εκάστοτε πρωθυπουργός ή ο αρχηγός κόμματος. Το κρίσιμο σημείο είναι με ποια κριτήρια χαράσσεται η κόκκινη γραμμή και ποιες οι συνέπειες της παραβίασής της. Να υπενθυμίσω πως το 2008 ο Κώστας Σημίτης ετέθη εκτός κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ διότι διαφώνησε με τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τη Συνθήκη της Λισσαβώνας και δημοσιοποίησε τη διαφωνία του. Το τελευταίο ενόχλησε τον Γιώργο Παπανδρέου.
Αναμφίβολα οι πρώην πρωθυπουργοί κουβαλούν εμπειρίες και υπό προϋποθέσεις θα μπορούσαν να είναι χρήσιμοι στους πρωθυπουργούς. Θα μπορούσαν να αναλάβουν μια θέση με την πρέπουσα, προς το πρόσωπό τους, βαρύτητα ή να τους ανατεθούν ειδικές αποστολές. Σε αυτές τις περιπτώσεις –συνήθεις στις ευρωπαϊκές χώρες– τα οφέλη είναι σημαντικά εκατέρωθεν. Μάλιστα στην Ιταλία είχαμε και πρώην πρωθυπουργούς που χρημάτισαν αργότερα υπουργοί σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Προφανώς, εντελώς άλλης κατηγορίας είναι οι περιπτώσεις –και δεν είναι σπάνιες– κατά τις οποίες οι πρώην πρωθυπουργοί θέλουν να πριονίσουν το κλαδί των νυν έχοντας μια προσωπική ατζέντα επιστροφής. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, μέχρι στιγμής, ουδείς πρώην πρωθυπουργός επανήλθε στην πρότερη θέση του μετά την αφυπηρέτησή του. Κινήθηκαν και κινούνται συμβουλεύοντας, ανησυχώντας, διαφωνώντας ή και στηρίζοντας τον πρωθυπουργό της παράταξής τους. Είναι προφανές πως η αφυπηρέτηση δεν σημαίνει και αποστρατεία. Βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα όρια μεταξύ κριτικής και πολεμικής είναι δυσδιάκριτα, κάτι που δημιουργεί πολιτικές τριβές και παρενέργειες, καθώς οι πρώην εξακολουθούν να επηρεάζουν τμήμα της παράταξής τους. Το παράδειγμα του Κιγκινάτου παραμένει προκλητικό, αλλά το ρίσκο της υστεροφημίας είναι υψηλό. Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο θεωρώ θετική, θεσμικά και πολιτικά, την κίνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα να δεχθεί και να ακούσει τους πρώην πρωθυπουργούς. Είναι, πέραν όλων των άλλων, και πράξη πολιτικού πολιτισμού.

