«Ιδιος και απαράλλαχτος, όπως ήταν ζωντανός, εφανερώθηκε μπροστά μας», διαβάζουμε στο διήγημα «Το φάντασμά του», που ο Αγγελος Κοσμής (1879-1951) δημοσίευσε το 1924 στο πρώτο τεύχος του αθηναϊκού περιοδικού «Μπουκέτο». Είναι το διήγημα με το οποίο ξεκινά η ανθολογία «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα. Μια ακόμα ελληνική ανθολογία τρόμου», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ροές (ανθολόγηση – εισαγωγή – επίμετρο: Γιώργος Θάνος). Εδώ έχουμε τη διήγηση μιας ηλικιωμένης θείας στον πρωτοπρόσωπο αφηγητή, ο οποίος μνημονεύει το περιστατικό μεγάλος πια: τη θέαση του νεκρού παππού από την κόρη του (τη θεία του) και τη χήρα (τη γιαγιά του).
Ο –εδώ και ένα μήνα– νεκρός εμφανίζεται μέσα στο σπίτι, ξαπλώνει μάλιστα και στο κρεβάτι του. Οι δύο γυναίκες παρατηρούν το φαινόμενο έντρομες. «Την ώρα που ακούσαμε πάλι το περπάτημά του, ενιώσαμε κι οι δυο μια ανατριχίλια στο κορμί και σφιχταγκαλιαστήκαμε χωρίς να κινηθούμε από τη θέση μας».
Η πιο ζόρικη στιγμή, όμως, είναι όταν το φάσμα πάει να βγει έξω. Η χήρα τού λέει δακρυσμένη: «Αχ, Αποστολιό μου, πού πας μ’ αυτή τη βροχή». Το γνωστό «Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους» καταλύεται πλήρως. Σημαντικό: το φάντασμα δεν είναι απειλητικό – το αντίθετο. Επιπλέον, μιλάμε για σύζυγο και πατέρα, πρόσωπο κοντινό και αγαπημένο. Και όμως, μάνα και κόρη παγώνουν από τον τρόμο…
Το φάσμα εξαφανίζεται όταν ο νεκρός σαρανταρίζει, στοιχείο που συμβαδίζει με τη χριστιανική ορθόδοξη πίστη για τις πρώτες σαράντα ημέρες από τον θάνατο έως το μνημόσυνο.
Στην «Κουκκίτσα» του Σκιαθίτη Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (1850-1929) τα πράγματα είναι κατά τι πιο άγρια: όταν πεθαίνει η 17χρονη Κουκκίτσα, η μονάκριβη κόρη ενός ιερέα, και ένας βοσκός βλέπει το φάσμα της σε ένα ερημοκλήσι, το χωριό φρικιά: «Βρυκολάκιασεν η Κουκκίτσα». Ο δε ιερέας χαρακτηρίζεται «ο πατέρας του βρυκόλακα». Ο ήδη χαροκαμένος πατέρας (και κληρικός) στιγματίζεται. Η αγάπη για το πρόωρα χαμένο παιδί του συμπυκνώνεται στη σπαρακτική φράση: «Ας την έβλεπα, κι ας ήτον και βρυκόλακας!».
Η οπτασία της κόρης εξαφανίζεται και αυτή στις σαράντα ημέρες, όχι όμως προτού αποχαιρετήσει τον πατέρα της. Γαλήνη επικρατεί μετά στο χωριό, κυρίως όμως στην καρδιά του έως τότε απελπισμένου ιερέα.
Ποιος δεν θέλει να ξαναδεί τον άνθρωπό του που έχασε για πάντα; Κι ωστόσο, όταν αίφνης ο νεκρός εμφανίζεται μπροστά στους πενθούντες, μια θεμελιώδης ισορροπία της φύσης έχει διασαλευθεί· ο παραλυτικός τρόμος υπερισχύει. Ο ιερέας, όταν ευχήθηκε να έβλεπε ξανά το νεκρό παιδί του «κι ας ήταν και βρυκόλακας», τι ένιωσε αμέσως μετά; «Αναφρικίασις διέδραμε τα μέλη του». Θα συνεχίσουμε αύριο.

