ΟΕλληνας πρέπει να πιστεύει πολύ σε έναν «άλλο κόσμο», μεταθανάτιο θέλετε να τον πείτε ή «κόσμο των πνευμάτων», μικρή σημασία έχει. Ισως η λαοφιλία του «Καποδίστρια» έχει να κάνει και με αυτό: οι δηλώσεις του σκηνοθέτη για, τρόπον τινά, επικοινωνία με το πνεύμα του νεκρού Καποδίστρια πριν από τα γυρίσματα, αλλά και οι σκηνές της ταινίας όπου ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας δείχνει να επικοινωνεί με κάτι υπερβατικό, αγγίζουν πολύ κόσμο. Ισως είναι κατάλοιπο από την εποχή της αγροτικής Ελλάδας, όταν κυριαρχούσε ο αρχαϊκός τρόπος σκέψης. Το σίγουρο είναι πως έχουμε ως έθνος κάτι το «αλαφροΐσκιωτο» – με όλα τα συν και τα πλην που μπορεί αυτό να περιλαμβάνει.
Τα σκεφτόμουν αυτά διαβάζοντας το «Χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα. Μια ακόμα ελληνική ανθολογία τρόμου», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ροές (ανθολόγηση – εισαγωγή – επίμετρο: Γιώργος Θάνος).
Γιατί «Μια ακόμα ελληνική ανθολογία τρόμου»; Διότι από τον ίδιο εκδοτικό οίκο και τον ίδιο επιμελητή είχε κυκλοφορήσει σχετικά πρόσφατα το «Ο άλιωτος και άλλες ιστορίες με βρυκόλακες. Μια ελληνική ανθολογία λαογραφικού τρόμου» (η στήλη είχε αφιερώσει χώρο στην ωραία εκείνη έκδοση).
Με αφορμή τις κλασικές… βαμπιρικές αφηγήσεις, λέγαμε ότι η ελληνική παράδοση βρίθει από ιστορίες, θρύλους, μύθους, τραγούδια με φόντο υπερφυσικό. Το είχε δείξει ο Νικόλαος Πολίτης (1852-1921) στις «Παραδόσεις» (1904), προϊόν εξαντλητικής επιτόπιας έρευνας σε όλη την Ελλάδα.
Ο νέος αυτός τόμος έχει στο επίκεντρο το φάντασμα: την ψυχή, το πνεύμα (πείτε το όπως θέλετε) του νεκρού που επιστρέφει. Τα δε διηγήματα υπογράφουν σημαντικοί Ελληνες πεζογράφοι του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού: Παπαδιαμάντης, Μωραϊτίδης, Καρκαβίτσας, Βουτυράς, Λαπαθιώτης, Αννινος, Επισκοπόπουλος κ.ά. Σε αυτούς να προσθέσουμε και έναν ποιητή: τον κορυφαίο Ελληνα ποιητή, τον Καβάφη. Το διήγημά του «Εις το φως της ημέρας» είναι αρκετά γνωστό και ταιριάζει γάντι εδώ.
Η επικοινωνία με τους πεθαμένους, το στοιχειό ενός τόπου ή ενός σπιτιού, όλα αυτά συνιστούν μια τερατώδη ανατροπή: το μη αναστρέψιμο του θανάτου, η οριστική σιωπή του τεθνεώτος – όλα καταλύονται εδώ. Συμβαίνει το αδιανόητο, το ασύλληπτο – κάτι που επίσης συνιστά πανανθρώπινη ανάγκη: το έσχατο μυστήριο, αυτό του θανάτου, να φανερώσει τα αινίγματά του, να μάθουμε ότι δεν είναι το τέλος και, βέβαια, να απαλύνει τον πόνο όσων μένουν πίσω.
Βεβαίως, υπάρχει ένα ζήτημα: το φάσμα είναι ακριβώς το ίδιο με τον άνθρωπο που «έφυγε»; Κάτι έχει αλλάξει δραματικά, κάτι άλλο (άγνωστο, τρομακτικό) έχει μεσολαβήσει κάπου ανάμεσα στην τελευταία πνοή και στην απροσδόκητη πρώτη «παρουσία». Εδώ ακριβώς έγκειται η πυρηνική ιδέα του κλασικού διηγήματος φαντασμάτων – και, κατά συνέπεια, των διηγημάτων τού ανά χείρας τόμου: ο τρόμος απέναντι στο οικείο που όμως τώρα πια έχει γίνει κάτι ανοίκειο, το απόλυτο «άλλο». Ο νεκρός είναι, ως γνωστόν, η έσχατη ετερότητα.
Η συνέχεια αύριο.

